Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πιάσε με, αν μπορείς


Ας περάσουμε, με συνδετικό κρίκο τον μεταφραστή, στην ιρλανδική μοντερνίλα που τόσο πολύ αγαπάμε. Τι αλήτες αυτοί οι Ιρλανδοί συγγραφείς όμως, έτσι; Συνεχώς βγάζουν την γλώσσα τους... της αλλάζουν τον αδόξαστο και την ξαναχώνουν στα βιβλία τους! Με ειρωνεία και χιούμορ, πάντα. Και μετά εσύ κοπιάζεις να τα διαβάσεις και να τα κατανοήσεις, έχοντας την δική σου γλώσσα κρεμασμένη στο πλάι του στόματός σου. Και όλα αυτά γιατί ο μοναδικός και αληθινός Θεός της Λογοτεχνίας, κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης παρουσίας του, υπήρξε ένας μισότυφλος Ιρλανδός. Ε, αφού βγάλαμε τις γλώσσες μας, ας γλείψουμε και λίγο, σιγά!

Ο Φλαν Ο'Μπράιαν (ένα από τα ψευδώνυμα του Brian O'Nolan) υπήρξε προφανώς ο πιο ένθερμος πιστός Του και το φανέρωσε ήδη με την πρώτη του καλλιτεχνική δημιουργία. Το At-Swim-Two-Birds ήταν στην εποχή του (και ενδεχομένως παραμένει) η τολμηρότερη, πρωτότυπη και πλέον επιτυχής απόπειρα να ξεπεραστεί επί το νεοτερικότερο η νεοτερική γραφή του Τζέημς Τζόυς. Ταυτόχρονα, είναι ένα ξεκαρδιστικό πεζογράφημα το οποίο, κατά την εκτίμηση του ίδιου του Τζόυς (που το διάβασε με μεγεθυντικό φακό δύο χρόνια προτού πεθάνει), εκφράζει «το αληθές ιρλανδικό πνεύμα», «ένα πολύ αστείο βιβλίο». Τόσο όσο ο Οδυσσέας του. Αν έχω προλάβει και πεθάνω και δεν έχει εκδοθεί στην γλώσσα μου, ε τότε σας το λέω ευθαρσώς, να πάτε όλοι στα τσακίδια! 

Ενώ με το πρώτο του βιβλίο καταλύει τις συμβάσεις του είδους, με μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα κλπ, στο δεύτερο, τον «Τρίτο αστυφύλακα», επιχειρεί να καταλύσει τις συμβάσεις της γλώσσας. Το συγκεκριμένο είναι ένα βιβλίο γοητευτικών παραδοξοτήτων, τόσο γλωσσικών όσο και περιεχομένου. Πολλοί αγαπούν αυτού του είδους τα βιβλία και ακόμα περισσότεροι οχι – εγώ, αναμφιβόλως, ανήκω στους πρώτους. Σκεφτείτε σοβαρά προς ποια κατηγορία κλίνετε πριν το πιάσετε στα χέρια σας. Αφού λοιπόν, φύγατε οι περισσότεροι... ας συνεχίσω και εγώ(;) την ανάλυση. Ο «τρίτος αστυφύλακας» ειναι μια διακωμώδηση κατεστημένων γλωσσών (...) μια παρωδία των επίσημων, στερεότυπων λεξιλογίων και της περισπούδαστης φρασεολογίας, και ακόμα, μια λίαν ανατρεπτική αλλά απολύτως λογική ανατροπή (...) των όρων της ίδιας της φυσικής τάξης του κόσμου, της κοινής εμπειρίας και της λογικής. Με δυο σταράτα λόγια του πεζοδρομίου: πουτάνα όλα! 

Εντούτοις, είναι πιο ευκολοδιάβαστο απ' ό,τι μαντεύετε. Τα καλά βιβλία – και αυτό είναι παρατηρημένο και πολλάκις επαληθεύσιμο – πάντοτε δηγιούνται μια σαφή ιστορία ανεξαρτήτως της αλλόκοτης δομής τους. Η αναληθοφάνεια δεν (πρέπει να) επηρεάζει την αλήθεια. Δοθείσης της ευκαιρίας, θέλω να επισημάνω κάτι που με απασχολεί και συναντώ συχνά στις κριτικές των αναγνωστών που το αναφέρουν ως μειονέκτημα του εκάστοτε βιβλίου (χωρίς να εξαιρώ ούτε τον εαυτό μου, ίσως να έχω υποπέσει και εγώ σ' αυτό το σφάλμα): την αναληθοφάνεια. Καθίστε ρε παιδιά, η αναληθοφάνεια είναι υπέροχο πράγμα στη λογοτεχνία! Ο Όσκαρ Ουάιλντ το είχε εκφράσει τόσο τέλεια έναν αιώνα πριν – «Η ζωή μιμείται την τέχνη πολύ περισσότερο απ' ό,τι η τέχνη μιμείται τη ζωή» – και ερχόμαστε τώρα εμείς, τα εξελιγμένα είδη, να περιχαρακώσουμε ξανά την τέχνη μέσα στα στενά και θλιβερά όρια της ζωής; Τι σημαίνει αληθοφάνεια στη λογοτεχνία; Σημαίνει ότι (αν εξαιρέσουμε τα τεχνολογικά επιτεύγματα που πρέπει να συμβαδίζουν με την περίοδο που περιγράφεται στο βιβλίο – αν και δεν είναι πάντα απαραίτητο αυτό!) χρησιμοποιούμε τα κλισέ και τα στερεότυπα της (κάθε) εποχής, μπουκώνουμε δηλαδή την λογοτεχνία με τον πολιτικώς ορθό λόγο που υποτίθεται ότι προσπαθούμε να στηλιτεύσουμε μέσω αυτής! Αυτός ο τύπος δεν γίνεται να μιλούσε έτσι εκείνη την εποχή! Ε και; Στο βιβλίο μου, μιλάει! Ο εχθρός της λογοτεχνίας δεν είναι η αναληθοφάνεια αλλά η κακή γραφή. Όποιος ξέρει να γράφει καλή λογοτεχνία, ποτέ δε θα φανεί αναληθοφανής στα μάτια ενός αναγνώστη. Τώρα αν εσείς διακρίνετε στην γραφή του Ο' Μπράιαν στοιχεία στερεότυπης φρασεολογίας, επειδή σας το ανέφερα πιο πάνω (αν και είναι δύσκολο να το εντοπίσετε κατά την ανάγνωση), να θυμάστε ότι γίνεται με στόχο την παρωδία, άρα θα πρέπει να κάνετε την διάκριση ανάμεσα σε αυτήν την γραφή και σε εκείνη που μπουκώνει με κλισέ ένα βιβλίο μόνο και μόνο για να μην «κατηγορηθεί» ως αναληθοφανής και θεωρηθεί υποδεέστερη λογοτεχνία (που μεταξύ μας, είναι). Ελπίζω κάπως να καταλάβατε τι εννοώ, αν όχι, who cares, εφόσον η γραφή μου είναι καλή, συγχωρήστε μου και λίγη αναληθοφάνεια!

Μέσα σε όλους τους παραλογισμούς του βιβλίου, ο Ο' Μπράιαν μάς χαρίζει μερικά υπέροχα αποσπάσματα, διανοητικές παραισθητικές εικόνες, που θα θυμάσαι για καιρό. Ας πούμε, εγώ κόλλησα με αυτό. Πώς μπορώ να ξεχάσω... τον άνεμο που σαν καταρράκτης μ'έλουζε; 

[...] Οι δοξασίες αυτές έχουν καταγραφεί και απαντούν σε όλους τους αρχαίους λαούς. Υπάρχουν τέσσερις βασικοί άνεμοι και οκτώ υπάνεμοι, ο καθένας με το δικό του χρώμα. Ο ανατολικός άνεμος έχει χρώμα βαθύ κρεμεζί, ο νοτιάς ένα λεπτό αστραφτερό ασημί. Ο βοριάς είναι μαύρος πίσσα και ο δυτικός κεχριμπάρι. Στις παλιές εποχές οι άνθρωποι είχαν την ικανότητα να βλέπουν αυτά τα χρώματα και συχνά περνούσαν τη μέρα τους καθισμένοι στην πλαγιά ενός λόφου παρατηρώντας την ομορφιά των ανέμων, πώς σηκώνονταν και έπεφταν και άλλαζαν απόχρωση, τη μαγεία των γειτονικών ανέμων όταν συνυφαίνονταν σαν κορδέλες σε γάμο. Ήταν ωραία απασχόληση, σαφώς καλύτερη από το να κοιτάς εφημερίδες. Οι υπάνεμοι είχαν χρώματα απερίγραπτης λεπτότητας, ένα ερυθροκίτρινο ανάμεσα στο κρεμεζί και το ασημί, ένα φαιοπράσινο που συγγένευε εξίσου με το μαύρο και το καστανό. Τι πιο υπέροχο από ένα εξοχικό τοπίο με ψιλόβροχο κοκκινισμένο από τον γαρμπή!

Ένα ακόμα θα πω για το βιβλίο και θα σταματήσω, γιατί τα υπόλοιπα δεν λέγονται (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Ο ήρωας του Ο' Μπράιαν μελετάει διαρκώς και έχει ως ευαγγέλιο το πολύπτυχο έργο του Ντε Σέλμπυ (De Selby), σπουδαίου φυσικού επιστήμονα και θεωρητικού επί παντός επιστητού. Έτσι, διανθίζει το βιβλίο (ο Ο' Μπράιαν μέσω του ηρωά του, αλλά και ο ήρωας μέσω του «εαυτού» του) με τις θεωρητικές παραδοξόητες (τι άλλο!) του Ντε Σέλμπυ, εντός της πλοκής του βιβλίου αλλά και εκτός, με την χρήση δηλαδή εκτενέστατων ενίοτε υποσημειώσεων, που δίνουν την επίφαση της αλήθειας και της τεκμηρίωσης. Μεταξύ μας, δεν έχω καταλάβει ακόμα αν ο Ντε Σέλμπυ υπήρξε πράγματι ή όχι!! Ένα ιδιαιτέρως απολαυστικό και επιτυχημένο εγχείρημα, που με διασκέδασε πολύ. Παρεμπιπτόντως, κάτι ανάλογο, με έναν ήρωα που είχε ως θέσφατο τις ιδέες και μελέτες ένος άλλου επινοημένου συγγραφέα, διάβασα προσφάτως χωρίς να μπορώ να το θυμηθώ. Αν έχετε καμιά ιδέα για το ποιο μπορεί να είναι, αφήστε σχόλιο (δεν κερδίζετε τίποτα όμως, να εξηγούμαστε). 

Ο Άρης Μπερλής, προς το τέλος της εισαγωγής του, μας δίνει μια οφειλόμενη εξήγηση (όπως χαρακτηριστικά γράφει), στην οποία αναφέρει ότι καλές και χρήσιμες οι θεωρίες και οι μελέτες περί μοντερνισμού/μεταμοντερνισμού, αγνοούν ωστόσο εντελώς επιδεικτικά ένα (πανταχού παρόν) δομικό υλικό αυτών των λογοτεχνιών, το χιούμορ. Σε αυτό συμφωνώ απολύτως και ειλικρινά απορώ όταν αναγνωστές σπαταλιούνται στην προσπάθεια να «εκλογικεύσουν» τις συγγραφικές παραδοξότητες του εκάστοτε συγγραφέα, με σοβαρότητα μεν δίχως να σκάει ένα γελάκι το χειλάκι τους δε. Φερ' ειπείν, πόσοι πράγματι θεωρούν τον «Οδυσσέα» ένα ιδιαιτέρως αστείο βιβλίο, πέρα από τον ίδιο τον Τζόυς, εμένα, και πέντε-έξι άλλους; Καθώς οι αναγνώσεις βιβλίων πληθαίνουν διαρκώς, καταλαβαίνω ότι αυτό που πρωτίστως με ενδιαφέρει στα βιβλία είναι να με διασκεδάζουν – όπως άλλοι θέλουν να τους προβληματίζουν, να τους ταξιδεύουν στον χωροχρόνο, να τους κάνουν να σκέφτοναι ή ό,τι άλλο. Γίνομαι πλέον πολύ λιγότερο ανεκτικός απέναντι σε ένα βιβλίο χωρίς χιούμορ (και φυσικά, δεν εννοώ τις χαζοατάκες που προσποιούνται το χιούμορ). Πώς έγινε και ακόμη και τα αστεία τα επεξεργαζόμαστε ως μη αστεία, παραβλέποντας έτσι και την εγγενή, ιδιότυπη, δική τους, μοναδική «σοβαρότητα»;, συνεχίζει να αναρωτιέται ο Άρης Μπερλής, για να φτάσει εντυπωσιακά στην κατακλείδα της εισαγωγής του, την οποία γαμώτο μου συνυπογράφω με χέρια και πόδια, Είναι τυχαίο που το χιούμορ λέγεται και πνεύμα;

Η μετάφρασή του είναι φυσικά, εξαιρετική. Όμως θα ήθελα σποραδικά να υπήρχαν μερικές υποσημειώσεις (μπλεγμένες με εκείνες του ήρωα) που θα εξηγούσαν μερικά από τα αστεία του συγγραφέα. Θα μου πείτε, καλά εσύ πριν λίγο μας έλεγες να μην εξηγούμε τα αστεία, τώρα μας τα αλλάζεις; Δεν τα αλλάζω, απλώς θεωρώ ότι κάποιες φορές η «ακτινογραφία» ενός αστείου εντείνει την διασκέδαση. Όχι καλέ, δεν το λέω επειδή δεν τα έπιασα όλα, αφού είμαι δεινός (Ιρλανδός) χιουμορίστας, αλίμονο! Πέρα από την πλάκα, να επισημάνω και κάτι που μου έκανε εντύπωση – σε ένα κομβικό σημείο για τον ήρωά μας, υπάρχει ένα απόσπασμα με χαρακτηριστικά καβαφικά καρυκεύματα... [...] δείχνει μια ευγένεια χαρακτήρος που αποσπά τον θαυμασμό όλων των τάξεων, τον έπαινο, καθώς είπε ο ποιητής, «του δήμου και των σοφιστών», τα «δύσκολα και ανεκτίμητα εύγε». Αυτή η χρήση στίχων από την «Σατραπεία» είναι άραγε επιλογή του μεταφραστή (απίθανο σενάριο, κατ' εμέ) για να αντικαταστήσει κάποιο ανάλογου ύφους/θεματικής ποίημα που δεν είχε μεταφραστεί ακόμα στα ελληνικά ή είναι ο ίδιος ο Ο' Μπράιαν που ενδεχομένως να είχε κατά νου μια αγγλική μετάφραση των ποιημάτων του Καβάφη (το βιβλίο του γράφτηκε το 1940. Τουλάχιστον μια δεκαετία πρωτύτερα ο Ε.Μ. Φόρστερ πάσχιζε να γνωρίσει στο αγγλόφωνο κοινό τα ποιήματα του Καβάφη) ή ακόμα πιο τρελό, να γνώριζε στα ελληνικά τα ποιήματα; Όπως και να'χει, εγώ ενθουσιάστηκα όταν εντόπισα το απόσπασμα, και τέλος παντων, είτε διαφωτίστε με είτε συσκοτίστε με, αμάν πια! Η έκδοση της «Αλεξάνδρειας» είναι κομψότατη, με όμορφο χαρτί και τέλειο πίνακα του Φράνσις Μπέικον πρώτη μούρη. 

Παλιότερα έκανα πολύ ποδήλατο και τώρα ανησυχώ για τα επίπεδα μόλυνσης. Αν θέλετε και σεις να δείτε πόσο μολυσμένοι είστε, αφήστε τον Φλαν Ο'Μπράιαν να σας το αποδείξει μέσω της ατομικής του θεωρίας – δίνει διαπαντός μια νέα γοητευτική ερμηνεία στην φράση «κάναμε τη ζωή μας ποδήλατο»! Απολαυστικότατο βιβλίο που θα σας κάνει να ξεχαστείτε και να γελάσετε. Όσοι δεν καταφέρετε να αφεθείτε στην παράλογη λογική του, τουλάχιστον να θυμάστε την φράση του σοφού Υπαρχιφύλακα, η οποία, αν το καλοσκεφτούμε, αποτελεί και την καλύτερη απάντηση για όλα τα δεινά της ζωής μας: «Συλλήβδην και για όλα», είπε, «ευθύνεται το Δημοτικό Συμβούλιο». 

Francis Bacon - «Portrait of George Dyer Riding a Bicycle», 1966

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!