Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους


Καημένε Καβάφη! Πολύπαθοι οι στίχοι σου, έχουν τραβήξει τα πάνδεινα, κατακερματισμένοι έξω από τα ποιήματά σου, να πηγαινοέρχονται από δω και από κει χωρίς σταματημό και συνείδηση – μπορούν να προλογίσουν μια ταινία βίας ή μια κομεντί, να κοσμήσουν τα πλαϊνά ενός λεωφορείου ή ενός ταξί, να δώσουν επίφαση θάρρους σε δειλές πολιτικές αποφάσεις ή ακόμα, ποιος ξέρει, ίσως και να φωλιάζουν μέσα στο τραγανό κουκούλι ενός fortune cookie! Εγώ είμαι ο τελευταίος θύτης (ταυτόχρονα με εκατοντάδες άλλους ανά τον κόσμο) που χρησιμοποιώ άκριτα τους στίχους σου, χωρίς περίσκεψη χωρίς αιδώ, μόνο και μόνο για να παρουσιάσω ένα βιβλίο που τυγχάνει να φέρει στον τίτλο του την λέξη βάρβαρος. Τι βαρβαρότητα, αλήθεια!



Η κίνηση της ανάγνωσης είναι σπειροειδής, μοιάζει με κύκλο αλλά δεν τελειώνει ποτέ, απλώς κινείται αενάως προς ένα κέντρο που συνεχώς απομακρύνεται. Μπορείς να φανταστείς την σπείρα είτε κινούμενη προς ένα απύθμενο βάθος σαν θαλάσσια δίνη είτε προς ένα απροσμέτρητο ύψος σαν επίκληση στα θεία. Προτιμώ την δίνη. Λίγες μέρες πριν βυθιστώ στο σημείο που βρίσκομαι τώρα, διάβασα το βιβλίο του Εμίλ Σιοράν “Ο Σιοράν μιλάει για τον Σιοράν” όπου μεταξύ άλλων ανέφερε μερικά ανέκδοτα από την γνωριμία του με τον Ανρί Μισώ και σκέφτηκα ότι θα με ενδιέφερε να διαβάσω κάτι του Μισώ, αδικαιολόγητα τον είχα παραγκωνίσει, σύμφωνα και με την κρίση του Σιοράν. Έτσι, όταν λίγες μέρες αργότερα ανακάλυψα ένα βιβλίο του στο βιβλιοπωλείο, το αγόρασα χωρίς πολλά πολλά και όταν παρατήρησα στο σπίτι πια, ότι το επίμετρο ήταν γραμμένο από τον Εμίλ Σιοράν, ένιωσα μια ανακουφιστική ολοκλήρωση. Αν η σπείρα ήταν κύκλος, σε εκείνο το σημείο θα έκλεινε οριστικά. 
 
Το όνομα προδίδει στοιχεία του χαρακτήρα, ισχυρίζονται εκείνοι που προβαίνουν σε τέτοιου είδους παρεπιστημονικές εικασίες. Ο Ανρί Μισώ (απαντάται συχνά και ως Ανρί Μισό) τούς επιβεβαιώνει περίτρανα (έστω και μέσω της μετάφρασης!). Οι έννοιες της άρνησης και του ανολοκλήρωτου συνυπάρχουν μέσα του – (...)επιχειρώντας κατ' αρχάς να αρνηθεί την πραγματικότητα για να καταφύγει στο φανταστικό, τελικά θα αποπειραθεί να εξερευνήσει όσο γίνεται πιο αποτελεσματικά τον ανθρώπινο χώρο του μυαλού, των νοητικών δυνατοτήτων... μίζερος με τον εαυτό του, με τους άλλους, με τα άλλα, με το όλον... “Δεν μπορώ να ξεκουραστώ, η ζωή μου είναι μια αϋπνία, δεν είναι η προσοχή που με κρατάει ξύπνιο, γιατί, ψάχνοντας και ψάχνοντας, είναι πολύ αδιάφορο και αν ακόμη βρω αυτό που γυρεύω, γιατί αυτό που γυρεύω δεν το γνωρίζω.

Το βιβλίο του “Ένας βάρβαρος στην Ασία” περιέχει τις εντυπώσεις του από τα ταξίδια στην Ανατολή και Άπω Ανατολή. Είναι χαρακτηριστική η λέξη “βάρβαρος” στον τίτλο που υποδηλώνει σκωπτικά τον δυτικό “πολιτισμένο” άνθρωπο που περιδιαβαίνει την μαγευτική και αισθαντική Ανατολή. Με τα μάτια ενός δυτικού, λοιπόν, ο Μισώ περιγράφει τα πρόσωπα, τις συνήθειες, τις θρησκείες, τα σπίτια, το θέατρο, την γλώσσα, την μουσική ξένων τόπων και ανθρώπων. Δεν βοηθάει έναν επίδοξο ταξιδιώτη που ίσως περιμένει συγκεκριμένες οδηγίες για μέρη και μνημεία, παρά μάλλον, προσφέρει ένα συνονθύλευμα εικόνων και αισθήσεων ενός άγνωστου εξωτερικού κόσμου που αναμίχθηκε και γονιμοποιήθηκε από έναν εξίσου άγνωστο εσωτερικό. Γραμμένο το 1931, χρονολογείται από τον καιρό της απλοϊκότητάς μου, της άγνοιάς μου, της απομυθοποιητικής ψευδαίσθησής μου, παραδέχεται ο Μισώ στο πρόλογο του 1967. Mea culpa, δηλώνει. Όχι τόσο γιατί δεν είδα αρκετά καλά, όσο γιατί δεν αισθάνθηκα αυτό που κυοφορούσε η εποχή και το οποίο επρόκειτο να ξεκάνει το φαινομενικά μόνιμο. Τα πράγματα άλλαξαν, ναι, όμως οι μνήμες εντυπώθηκαν και σαν να μην έφτανε αυτό, αποτυπώθηκαν και σε βιβλίο.

Διαβάζοντας ταξιδιωτικές εντυπώσεις, πολλές φορές αισθάνεσαι σαν να κλείνεις εισιτήριο χωρίς επιστροφή στον τόπο της πλήξης! Αυτό όμως δεν συμβαίνει στο βιβλίο του Μισώ. Οι παρατηρήσεις του είναι οξυδερκείς, εναργείς, σαρκαστικές, ποιητικές. Στις Ινδίες, αν δεν προσευχηθείτε, τζάμπα κάνατε το ταξίδι σας. Είναι χρόνος πεταμένος απ' το παράθυρο. Ο συγγραφέας περνάει πολύ χρόνο του βιβλίου στις Ινδίες, τόσο που το αίσθημα του ωραίου που τον συντηρεί, αρχίζει να λιμοκτονεί. Στις Ινδίες μπορεί να συνηθίσει κανείς να μην τρώει παρά μόνο ρύζι, να μην καπνίζει, να μην πίνει αλκοόλ ή κρασί, να τρώει λίγο. Αλλά το να σε περιτριγυρίζει η ασχήμια, είναι η χειρότερη στέρηση. Η πιο σκληρή. Γιατί τόση ασχήμια; Σ' αυτό τον γέρικο λαό, που έχει τρεις χιλιάδες χρόνια ιστορία, ο πλούσιος διατηρεί το γούστο ενός νεόπλουτου. Παρατηρεί τις συνήθειες των ανθρώπων, αν ο Ινδός σας μιλήσει θα το κάνει μύτη με μύτη. Σας κλέβει την ανάσα από το στόμα. Δε θεωρεί ποτέ ότι είναι αρκετά κοντά. Το κατακτητικό του κεφάλι και τα ανάρμοστα μάτια του μπαίνουν ανάμεσα σ' εσάς και τον ορίζοντα


Στην Κίνα, βρίσκεται στον αντίποδα. Αυτό που ο Κινέζος κατέχει καλύτερα, είναι η τέχνη τού να ξεφεύγει. Ζητάτε μια πληροφορία στον δρόμο από έναν Κινέζο κι αμέσως γίνεται καπνός. Λαός που τα πάντα τον τρέπουν σε φυγή, τα μικρά του μάτια τρέχουν δεξιά κι αριστερά όταν τον κοιτάτε καταπρόσωπο. Παρόλα αυτά του φαίνονται ευγενικοί και χαμογελούν συνεχώς. Ο φόβος της ταπείνωσης είναι τόσο κινέζικος, που κυριαρχεί στον πολιτισμό τους. Γι' αυτό είναι ευγενικοί. Για να μην ταπεινώσουν τον άλλον. Αυτοταπεινώνονται για να μην τους ταπεινώσουν. Η ευγένεια είναι μια τακτική ενάντια στην ταπείνωση. Χαμογελούν. Δε φοβούνται τόσο να ντροπιαστούν οι ίδιοι, όσο να ντροπιαστούν ενώπιον των άλλων. Η ευαισθησία αυτή, πραγματικά αρρωστημένη στα μάτια του Ευρωπαίου, προσδίδει μια ιδιαίτερη όψη σ' ολόκληρο τον πολιτισμό τους.

Όταν ο βάρβαρος φτάνει στην Ιαπωνία, τους βρίσκει όλους (και όλα) κακούς – σοβαροφανείς, φιλοπόλεμοι, πειθαρχημένοι και ωραιοπαθείς μέχρι εμμονής. Ο Μισώ νιώθει την ανάγκη να προσθέσει ένα σημείωμα (1984) στο συγκεκριμένο κεφάλαιο, για να αποδεσμευτεί από εκείνες τις απογοητευτικές εντυπώσεις που είχαν αφήσει σε εκείνον τον αλλοτινό ταξιδιώτη. Τώρα πλέον, αποτελούν απλώς ένα ντοκουμέντο για όσους επιθυμούν να μελετήσουν εκείνη την ιδιάζουσα προπολεμική περίοδο της Ιαπωνίας. Αυτή η Ιαπωνία με τη στενόκαρδη, δύσπιστη και απειλητική όψη αποτελεί παρελθόν. Οι πολλαπλές της έρευνες, η επικαιρότητα των έργων της, η χωρίς όρια περιέργειά της σε τόσους τομείς της επιστήμης και της τέχνης – και από τους πιο καινοφανείς – όπου αλληλοκοιταζόμαστε, ανταγωνιστές ή θαυμαστές, προκαλούν μια παράξενη συνενοχή που διευρύνεται.


Το βιβλίο περιέχει μερικά σκίτσα του ζωγράφου Ανρί Μισώ, υπερρεαλιστικού ύφους αλλά με ένα έντονο προσωπικό στίγμα που τα αποτρέπει (όπως άλλωστε και τα γραπτά του) να φωλιάσουν στην θαλπωρή μιας ταμπέλας. Η πραμάτεια του Μισώ είναι τόσο τονωτική, ακριβώς γιατί δεν καταδέχτηκε καμιά συνταγή σωτηρίας, καμιά επιφοίτηση. Δεν σας προτείνει τίποτα, είναι αυτό που είναι, δεν διαθέτει ουδεμία συνταγή γαλήνης, συνεχίζει, ψηλαφεί, σαν να βρίσκεται ακόμα στην αρχή. Και σας αποδέχεται, υπό τον όρο να μην του προτείνετε ούτε εσείς οτιδήποτε.

Υ.Γ. 2666  Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ Διαβάζοντας. Τώρα πλέον, οι "βάρβαροι" ταξιδεύουν προς την Δύση και θα είχε τρομερό ενδιαφέρον να μαθαίναμε, με τι σκέψεις και αισθήματα αντιλαμβάνονται την Ευρώπη. 

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Εγώ σε λέω αγάπη

  Οι πιο συνηθισμένοι απατεώνες στην Ελλάδα συνήθως ενδύονται τους υδραυλικούς που ζητάνε 55 ευρώ για μια τρόμπα στο καζανάκι και δεν μπορείς και να τους πεις «Χέσε με ρε μάστορα» γιατί μετά πώς θα τραβήξεις καζανάκι; Στη λογοτεχνία από την άλλη, το να χαρακτηρίσεις για οποιονδήποτε λόγο τον Χέρμαν Μέλβιλ απάτη , το κάνεις μόνο αν εξυπηρετεί την πλοκή! «Γιατί οι πιο τερατώδεις απ’ όλους τους υποκριτές είναι αυτοί ακριβώς οι κερδοσκόποι: υποκριτές δι’ αντιστροφής της πραγματικότητας· υποκριτές στην παρουσίαση των πραγμάτων ως σκοτεινών αντί φωτεινών· ψυχές που ευημερούν χρησιμοποιώντας όχι τη δυστυχία, αλλά το μύθευμα της δυστυχίας· δάσκαλοι της αισχρής τέχνης τού να κατασκευάζεις δυστυχία· κίβδηλοι Ιερεμίες· νόθοι Ηράκλειτοι που, μόλις η πένθιμη μέρα περάσει, επιστρέφουν, σαν απατηλοί Λάζαροι ανάμεσα στους επαίτες, για να ευφρανθούν με τα κέρδη που απέκτησαν από τα προσποιητά έλκη της κεφαλής τους – φαύλοι κερδοσκόποι!» . Θα με αναγκάσετε να κατέβω πορεία στον Λευκό Πύργο όλοι εσείς πο

Γάτα είσαι

  Οι γάτες είναι υπέροχα πλάσματα και αν δεν είσαι επηρεασμένος από τον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου δύσκολα να μην σε γοητεύουν ή έστω να μην τραβούν την προσοχή σου. Μία από τις αγαπημένες μου συνήθειες είναι να παρατηρώ πώς συμπεριφέρονται οι γάτες. Τι γίνεται όμως αν και εκείνες παρακολουθούν με το ίδιο ενδιαφέρον την ανθρώπινη συμπεριφορά; Κάπως έτσι θα σκέφτηκε και ο Ιάπωνας Σόσεκι Νατσούμε και έγραψε ένα αξιαγάπητο βιβλίο· επιπροσθέτως έγραψε ένα από τα λίγα βιβλία που θα ήθελα να είχα γράψει εγώ. Χεστήκαμε τι θα ήθελες να γράψεις εσύ ρε Μαραμπού, και δίκιο έχετε, δεν αντιλέγω, απλώς σκέφτηκα να το αφήσω εδώ να υπάρχει. Γιατί πάντοτε με ενθουσίαζαν εκείνα τα λιγοστά βιβλία ανεπιτήδευτης σοφίας και γατίσιας συμπεριφοράς που συμπύκνωναν όλη την φιλοσοφία τους και την συγγραφική τεχνική τους σε φράσεις όπως η ακόλουθη: «Ορισμένες φορές επινοώ κάποιες ανοησίες και οι άνθρωποι τις παίρνουν στα σοβαρά, αυτό προκαλεί έναν αισθητικό ενθουσιασμό ακραίας κωμικότητας την οποία θεωρώ ενδιαφέρ

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Του πολέμου / Στο άλογό μου

Τι γιορτάζουμε σήμερα; Το όχι, το ναι, το ίσως; Γιατί, ενώ όλοι ξέρουμε ότι το εθνικό φρόνημα σε ψηλώνει ως άνθρωπο, εξεγειρόμαστε τόσο πολύ όταν κάτι τέτοιο γίνεται και με τεχνητά μέσα, ας πούμε, με δεκάποντες γόβες; Γιατί μετά την παρέλαση όλοι πάμε και πίνουμε φρέντο εσπρέσσο, έναν τόσο χαρακτηριστικά ιταλικό καφέ; Τι θα συμβεί αν σε μία αντιπολιτευτική συνωμοσία όλοι συντονίσουν το... ένα στο δεξί; Το ένα στ' αριστερό αποκτά όντως βαρύνουσα σημασία όταν κυβερνά η Αριστερά, ή απλώς έχουμε συνηθίσει να το θεωρούμε ηθικό πλεονέκτημα της παρέλασης;

Τελειωμένοι

    Είμαστε γεννημένοι ο ένας για τον άλλον. Τέλος. Αυτά στην αρχή, βέβαια. Γιατί μετά, ανάθεμα την ώρα που βρέθηκες μπροστά μου. Αυτή η σχέση των σχέσεων όμως, μπορεί κάλλιστα να επεκταθεί και στα βιβλία. Μόνο που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα· ανάθεμα την ώρα που βρέθηκε μπροστά μου, είπα για αυτό το βιβλίο, μου το δάνεισαν επειδή δεν άρεσε (ωραίο προμόσιον), ήθελα από την άλλη να δω και την ταινία του Κάουφμαν , ας πάει στα κομμάτια, θα το ξεκινήσω, με την σκέψη ήδη από την αρχή να βάλω ένα τέλος όταν δω ότι δεν τραβάει το πράγμα. Αλλά, γαμώτο, τραβούσε. Για ελάχιστους αναγνώστες αυτό θα είναι το βιβλίο της ζωής τους, σύμφωνοι. Κι όμως. «Είναι εντυπωσιακό. Όταν βλέπεις κάποιον με τους γονείς του, αποδεικνύεται απτά ότι όλοι είμαστε αποτέλεσμα σύνθεσης» . Όπως ακριβώς και τα αξιανάγνωστα βιβλία, τα συγγραφικά παιδιά των δημιουργών τους – ξεράστε με την ησυχία σας και ελάτε πίσω. Μείνετέ μου πιστοί! Σας αγαπώ !

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.