Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Η ανάγνωση είναι χάσιμο χρόνου (Ε)



Όταν με ρωτούν πώς μου αρέσει να περνώ τις ελεύθερες ώρες μου, πάντοτε διακρίνω μια ανεπαίσθητη αλλά παρούσα επιτίμηση για τις επιλογές μου στα λόγια και τις εκφράσεις των συνομιλητών μου. Οι ελεύθερες ώρες είναι ένας ευφημισμός αφού συνεχώς είναι φυλακισμένες από την σφαιρική μεταλλική μπάλα μιας διόλου σφαιρικής κριτικής. Είτε μου αρέσει να διαβάζω είτε να μετρώ τους σκουρόχρωμους ρόζους του ξύλινου ταβανιού μου, αυτό είναι λίγο πολύ κατακριτέο. Ακόμα όμως και όταν βρω έναν που του αρέσει να περνά τις ελεύθερες ώρες του όπως εγώ, οι λεπτές αποχρώσεις και διαφοροποιήσεις των δραστηριοτήτων μας, μπορούν να προκαλέσουν μια κανιβαλική κριτική άνευ προηγουμένου, με δυο λόγια, να φάμε τις σάρκες μας.
 
 
Μου αρέσει να διαβάζω˙ αλλά όχι αστυνομικά. Όταν κάποιος μου λέει ότι λατρεύει να περνάει την ώρα του διαβάζοντας αστυνομικά, εγώ σουφρώνω τα χείλη και σκέφτομαι (ίσως και να το λέω δυνατά), τι χάσιμο χρόνου! Τις λίγες φορές που επέλεξα να διαβάσω ένα αστυνομικό, πρόλαβα και βαρέθηκα μέχρι θανάτου, στο ελάχιστο χρονικό διάστημα που διήρκεσε η πυρετώδης ανάγνωσή του. Έμοιαζε σαν να βρισκόμουν σ' ένα αυτοκίνητο που έτρεχε ιλιγγιωδώς σε μια λεωφόρο, χωρίς να προλαβαίνω να απολαύσω την διαδρομή, βλέποντας μόνο μια ομοιόμορφη και θολή αλληλουχία δέντρων και κτιρίων. Ώσπου, φτάναμε σε μια ανοιχτωσιά και μου ανακοίνωναν ψυχρά, εδώ κατεβαίνεις φίλε! 
 
Επίσης, με ενοχλεί η τελειότητά τους. Όλα μέσα τους μου φαντάζουν τέλεια, αψεγάδιαστα. Αν δεν περιέχουν ένα κραυγαλέο λογικό κενό στην ιστορία τους, τότε έχουν κερδίσει το στοίχημα. Η πλαστική επέμβαση πέτυχε, μοιάζουν ολότελα φυσικά! Αντιλαμβάνομαι, εντούτοις, ότι υπάρχουν διαβαθμίσεις σ' αυτήν την τελειότητα που ένα έμπειρο μάτι μπορεί να διακρίνει με ευκολία. Για όσο όμως θα επιμένω να μην προτιμώ την ανάγνωσή τους, όλα θα συνεχίσουν να μου μοιάζουν τέλεια. Η ανέφικτη οικειότητα δεν πρόκειται να διαταράξει αυτήν την συμφέρουσα συνθήκη. Όλα αυτά γράφονται εν είδει επιμυθίου, μετά την προ ημερών ανάγνωση του βιβλίου του Τζορτζ Πελεκάνου "Αδιέξοδο". Όσοι διακινδυνεύσετε να εμπιστευτείτε την κρίση μου, στο τέλος ευελπιστώ να συμφωνήσετε μαζί μου όταν σας λέω ότι, το συγκεκριμένο βιβλίο ...ήταν τέλειο!


Νομίζω ότι χάνω τον ελεύθερο χρόνο μου πιο συνετά και ευθύς αμέσως θα σας περιγράψω την πρόσφατη χασούρα μου για να κρίνετε και μόνοι σας! Οι συγγραφείς γιγαντώνονται ή συρρικνώνονται βιβλίο με το βιβλίο είτε με την σειρά που τα γράφουν είτε μ' εκείνη που τα διαβάζεις. Πάντοτε μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω τον συγγραφέα από το βιβλίο του. Η παρουσία του ήταν συνεχής, αν όχι στην ιστορία που κάθε φορά μου αφηγούνταν (ενίοτε αυτό λειτουργεί ανασταλτικά για την ίδια την ιστορία και κατ' επέκταση για την διαχρονική σπουδαιότητα του βιβλίου), τουλάχιστον ήταν παρών στην φαντασία μου που τον έπλαθε (με την βοήθεια και κάποιων εξωτερικών ερεθισμάτων) κατά το δοκούν και αδιαλείπτως. Αυτά τα εξωτερικά ερεθίσματα ήταν συνήθως κάποιες φωτογραφίες των συγγραφέων, βιογραφικά στοιχεία, μερικά ανέκδοτα από την πολυτάραχη ή βαρετή ή τραγική ή ό,τι άλλο ζωή τους, κάποιες εμμονικές παραξενιές τους, πολύ συχνά δε, και μερικά αυτοβιογραφικά κείμενα ή δοκίμια θεωρητικού περιεχομένου που ανέπλαθαν με μια “δεύτερη” γραφή τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της πρώτης. Τα ανέκδοτα για να μην περιπέσουν στην φθηνή ρητορική των κουτσομπολιών πρέπει να τα χειριστεί ένα χέρι έμπειρο, που ναι μεν δε θα τους χαριστεί, αλλά τουλάχιστον θα τους “ντύσει” με την ομορφιά του γραπτού λόγου, τον οποίο και εκείνοι πιστά και επίμονα υπηρέτησαν, θα τους κάνει για λίγο χάρτινους ήρωες, εξάλλου τείνω να πιστεύω ότι οι σπουδαίοι συγγραφείς, που ξεχνάει να τους περιμαζέψει η λήθη, είναι επινοημένοι, ζουν μόνο στην φαντασία μας, σχεδόν λησμονούμε ότι κάποτε κατάφεραν και έζησαν και έξω απ' αυτήν.

 Αυτήν τη δουλειά ανέλαβε να την περατώσει, υποψιάζομαι με περισσή ευχαρίστηση, ο Χαβιέρ Μαρίας στο βιβλίο του “Γράφοντας τις ζωές των άλλων” που εκδόθηκε πρόσφατα στην Ελλάδα. Πρόκειται για είκοσι έξι αποκαλυπτικά πορτρέτα συγγραφέων-μύθων που στην πλειονότητά τους διατηρούν ακέραιο τον συγγραφικό μύθο τους, με δυο-τρεις εξαιρέσεις στις οποίες η ζωή τους υπονομεύει (όχι όμως μέχρι τέλους) την φαντασία τους. Ο Χαβιέρ Μαρίας δηλώνει εξαρχής ότι βρίσκει απωθητικούς τρεις ανθρώπους, τον Τζέημς Τζόυς, τον Τόμας Μαν και τον Γιούκο Μίσιμα. Διαβάζοντας τα πορτρέτα και αφού αφαιρέσω τον Τζόυς για προσωπικούς λόγους καίτοι ομολογουμένως ήταν μεγάλο καθίκι, έρχομαι να συμφωνήσω με τον Μαρίας.
Ο Μαν με έκανε να γελάσω από αγανάκτηση και λύπηση. Είχε τόση έπαρση ώστε άφησε τα ημερολόγιά του σε σφραγισμένους φακέλους με την εντολή να ανοιχτούν μετά από 25 χρόνια, όταν δε ανοίχτηκαν, η απογοήτευση υπήρξε μεγάλη καθώς σπάνια περιείχαν κάποιο οξυδερκές σχόλιο αντάξιο ενός συγγραφέα, απλώς έβριθαν από καθημερινές ανούσιες καταγραφές που θα άφηναν αδιάφορο και τον πιο κουτσομπόλη. «Κατάφερα να ενεργηθώ μετά το πρωινό», «Πέρασα ένα μεγάλο μέρος χωρίς την τεχνητή οδοντοστοιχία μου. Βάσανα», «Δυσκολευόμουν να καταπιώ το φαγητό οπότε χρειάστηκε να μου το αλέσουν στο μύλο». Απομυθοποίηση τώρα! Είχα σκοπό να καταπιαστώ εντατικότερα με το έργο του Μαν, από το οποίο έχω διαβάσει ελάχιστα, όμως αυτό το πορτρέτο του λειτούργησε ανασταλτικά και θα περάσει καιρός πριν το ξανασκεφτώ. 
 
Ο Μίσιμα από την άλλη, ήταν και αυτός κάργα επηρμένος και εκτός όλων των άλλων που έκανε, με αποκορύφωμα τον τελετουργικό αλλά ανόητο θάνατό του, την χρονιά που έκανε παγκόσμια περιοδεία για να προωθήσει το έργο του, συζητιόταν έντονα ότι το Νόμπελ λογοτεχνίας θα πάει πρώτη φορά σε Ιάπωνα, έτσι ο Μίσιμα φρόντισε να προσγειωθεί στο αεροδρόμιο την ώρα της ανακοίνωσης ώστε το κοινό να τον θαυμάσει με κάθε μεγαλοπρέπεια. 
 

[...] Όταν το αεροπλάνο όμως προσγειώθηκε και βγήκε πρώτος πρώτος μ' ένα πελώριο χαμόγελο στα χείλη, βρήκε το αεροδρόμιο βυθισμένο στην θλίψη, μια και ο βραβευθείς ήταν ένας ενοχλητικός συγγραφέας από τη Γουατεμάλα. Έναν χρόνο αργότερα η απογοήτευσή του έγινε ακόμα βαθύτερη: Το Νόμπελ είχε δοθεί επιτέλους στην Ιαπωνία, αλλά στον φίλο και δάσκαλό του Γιασουνάρι Καβαμπάτα. Η αντίδραση του Μίσιμα ήταν άμεση: Πήγε τρέχοντας στο σπίτι του Καβαμπάτα, για να είναι ο πρώτος που θα τον συγχαρεί και να βγει και εκείνος τουλάχιστον στις φωτογραφίες. Δε χρειάζεται να πούμε πως ο Μίσιμα θεωρούσε πως όχι μόνο του άξιζε το Νόμπελ, αλλά και πως ήταν – το δίχως άλλο – ιδιοφυΐα. «Θέλω να ταυτίσω το λογοτεχνικό έργο μου με τον Θεό» είπε κάποτε σ' έναν φανατικό ακροδεξιό, που πιθανότατα να ήταν συνηθισμένος σε παρόμοια παραληρήματα μεγαλείου.

Σχεδόν όλες οι ζωές των συγγραφέων που παρουσιάζονται στο βιβλίο ήταν τραγικές και αυτοκαταστροφικές, μοναδική φωτεινή αχτίδα ήταν ο Λώρενς Στερν (παρά τα βάσανά του), του οποίου τον Τρίστραμ Σάντι όποιος έχει διαβάσει καταλαβαίνει αμέσως την πηγαία αισιοδοξία του δημιουργού του. Στο τελευταίο κεφάλαιο που τιτλοφορείται “Τέλειοι καλλιτέχνες”, ο Μαρίας έχει συγκεντρώσει μερικές κάρτ-ποστάλ αγαπημένων του συγγραφέων και προσπαθεί μέσα από την εικόνα που έχει μπροστά του να μαντέψει συμπεριφορές και κρυφά αισθήματα των εικονιζομένων. Βέβαια, στην εποχή των εικόνων (κινούμενων και μη) και της υπερπληροφόρησης πλέον, ποιος θα χάσει τον χρόνο του σε τέτοιες παλιομοδίτικες διαδικασίες και επισφαλείς εικασίες; Αλλά είπαμε, εδώ μιλάμε για τον χαμένο χρόνο και έχουμε κάθε δικαίωμα να αναφέρουμε και αυτό! 



Το βιβλίο του Μαρίας διαβάζεται εξίσου ιλιγγιωδώς όπως και ένα αστυνομικό, όμως μού δίνει τον χρόνο να δω κρυφές θεάσεις των κτιρίων, που έχω παρατηρήσει με την ησυχία μου εκατοντάδες άλλες φορές. Γι' αυτό και μένει περισσότερο στην μνήμη μου. Επίσης, δεν μου φαντάζει τέλειο. Κάθε άλλο. Φθάνει ως εδώ! Μην χάνετε τον χρόνο σας με ανόητες αερολογίες. Χάστε τον χρόνο σας υπεύθυνα. Διαβάζοντας.

Υ.Γ. 2666 Πρωτοδημοσιεύτηκε στο μπλογκ Διαβάζοντας και σύντομα έπεσε θύμα επίθεσης της σαπρώδους εγχώριας κριτικής. Και όπως συμβαίνει με την καλή κοπριά, άνθισε πολύ γρήγορα! Ετοιμάζεται να περιοδεύσει ανά την Ελλάδα το φετινό καλοκαίρι και έχει κλείσει ήδη εμφανίσεις (views) για τον προσεχή χειμώνα. Προγραμματίστηκε να μεταφραστεί σε πέντε νεκρές γλώσσες. Το ίδιο το άρθρο ωστόσο, στην τωρινή του μορφή, είναι και αυτό αποτέλεσμα μετάφρασης από τον ίδιο τον συντάκτη του. Πρέπει όμως να διευκρινιστεί κάτι, η μετάφραση δεν έγινε από τα γλιγλικά όπως αδίκως τον κατηγορούν οι επικριτές του, αλλά από τα αυθεντικά wakish, τα οποία ο υποφαινόμενος κατέχει άριστα και τα εξασκεί λίγο πριν κοιμηθεί, τότε δηλαδή που παράγει και τις πιο λαμπρές του ιδέες.

Σχόλια

  1. Καλή κίνηση να συμμαζέψετε τα ατάκτως ερριμένα σας στον φυσικό τους χώρο με τίτλους ιδιοκτησίας.
    Εγκρίνεται από την ομήγυρη, εξ ονόματος της οποίας αυτοκλήτως ομιλώ, παίρνοντας άδεια από τη σημαία.
    Έχω εμπιστοσύνη στην ομήγυρη. Είναι άνθρωποι που πατάνε γερά στον αέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έτσι σκέφτηκα και εγώ. Εξάλλου το είχα δηλώσει στην προηγούμενη ανάρτηση ότι θα έρχονται κατά καιρούς κείμενα που πλέον βαρέθηκαν το σεργιάνι. Και για να μην είναι σκέτη κονσέρβα το όλο πράμα, θα γράφω και δυο λόγια για την επιτυχή πορεία των κειμένων, γιατί μην θαρρείτε ότι τα κείμενά μου είναι παρακατιανά και αρνούνται τις διεθνείς βραβεύσεις. Κάθε άλλο!

    Αφήστε που δεν θέλω να τα εκθέτω για πολύ καιρό σε ξένους χώρους. Σ' αυτή τη χώρα έχει γίνει πολύ επικίνδυνο να είσαι με τους άλλους... όποιοι κι αν είναι αυτοί.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Νομίζω ότι πρέπει να αναθεωρήσεις τη στάση-σου
    απέναντι στη "σοβαρή" μερίδα των αστυνομικών μυθιστορημάτων,
    γιατί στην ουσία είναι κοινωνικά
    και ως τέτοια έχουν τις χάρες κάθε άλλου μυθιστορήματος.

    Συνυπογράφω το σχόλιο της Rosa Mund,
    καθώς είσαι πλέον νοικοκύρης και δεν χρειάζεται να πηγαίνεις να τρως αλλού.
    Π.Φ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πατριάρχη Φώτιε, έχεις δίκιο. Είναι παράδοξο αυτό που συμβαίνει, αλλά στην ουσία, δεν σνομπάρω την αστυνομική λογοτεχνία σαν δευτέρας διαλογής λογοτεχνία αλλά την σνομπάρω στο πλάσιο της αναγνωστικής απόλαυσης που μου προσφέρει. Συνήθως βαριέμαι να την διαβάζω και αν κρίνω από τα σπουδαία κοινωνικά θέματα που θίγει, απορώ πραγματικά με τον εαυτό μου!! Θυμάμαι πάντα την ρήση του Πεσσόα που έλεγε (μέσες άκρες), "Το μόνο που θέλω είναι ένα πακέτο τσιγάρα και ένα καλό αστυνομικό βιβλίο" και λέω ότι θα άξιζε να γίνω λίγοτερο αδιάλλατκος απέναντί της. Θα το προσπαθήσω στο μέλλον. Είναι έγκλημα να την αγνοώ!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!