Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αβεσσαλώμ αναφώνησε, καθώς ψυχορραγούσε, Αβεσσαλώμ, ο Γέρος!



And the Nobel goes... και εδώ είναι το πρόβλημα, ότι το Νόμπελ τα τελευταία χρόνια πηγαίνει κατά διαόλου! Τώρα πια θεωρείται η υπέρτατη διάκριση στην λογοτεχνία, εξασφαλίζει χρήμα και δόξα στους τιμώμενους, δημιουργεί εκατομμύρια νέους αναγνώστες και συγγραφείς ανά τον κόσμο. Πώς έφθασε όμως το Νόμπελ Λογοτεχνίας να τιμηθεί με τόση αναγνώριση; Πιάνεις στα χέρια σου την λίστα με τα ονόματα των βραβευμένων συγγραφέων και προχωράς αβίαστα σε έναν αυθόρμητο διαχωρισμό: σε εκείνους (τους πολλούς) που τιμήθηκαν από το βραβείο και σε εκείνους (τους λίγους) που τίμησαν το βραβείο. Το Νόμπελ Λογοτεχνίας γιγαντώθηκε από τους λίγους και έφθασε να κάνει τώρα τον υπερφίαλο καμπόσο με τα πολλά λεφτά και τις οπορτουνιστικές διαθέσεις. Αυτή η αλλαγή ξεκίνησε, για μένα, το 1949 όταν κάποιος αναφώνησε με άγνοια κινδύνου... to Faulkner... και γνώρισε στις μελλοντικές γενιές τον Θεό της Λογοτεχνίας. Είναι βλασφημία να ισχυρίζεσαι ότι η Λογοτεχνία (μέσω μιας αμφιλεγόμενης επιτροπής) τίμησε τον Φώκνερ. Είναι φανερό ότι το αντίθετο συνέβη – ο Φώκνερ τίμησε την Λογοτεχνία!

Οι αναγνώστες πρέπει να δοκιμάζουν μια πολύ δυσάρεστη έκπληξη μόλις διαβάζουν πρώτη φορά Φώκνερ. Στον τίτλο της ανάρτησης προσπάθησα να προσομοιάσω (χρησιμοποιώντας τρεις τίτλους βιβλίων του), κατά το δυνατόν περισσότερο, την φωκνερική σύνταξη. Αυτή η σύνταξη είναι το πρώτο (παρά ταύτα όχι εύκολο να ξεπεραστεί) εμπόδιο που σου βάζει ο συγγραφέας. Πολλοί συγγραφείς γράφουν κάπως «περίεργα», έχουν το δικό τους ύφος, σκέφτονται αρκετοί αναγνώστες. Ωστόσο, αυτή η σύνταξη γίνεται σκοπίμως ή τουλάχιστον έτσι νιώθει ο αναγνώστης στο τέλος της ανάγνωσης – όμως τότε, δεν θα νοιάζεται και πολύ να μάθει ποια πραγματικά είναι η αλήθεια. Θυμάμαι ότι, όταν πρωτοσυνάντησα τον Φώκνερ, θεώρησα πως είναι ένας εύκολος συγγραφέας, να ήταν η απλή και σεμνή φιγούρα του που εξέπεμπε καθαρότητα από την φωτογραφία του βιβλίου, να ήταν ο Αμερικανικός Νότος και η γοητεία του Μισισιπή που μου έγιναν γνωστά μέσα από την εύκολη και συναρπαστική αφήγηση του σπουδαίου Μαρκ Τουαίην; Ό,τι κι αν ήταν, ήταν μεγάλη πλάνη! Ας ρίξουμε όμως πρώτα μια γρήγορη ματιά στα βιβλία.

Ο «Γέρος» είναι η μία από τις δύο ιστορίες που συμπλέκονται στο βιβλίο του  «Άγρια φοινικόδεντρα». Εκεί, ο Φώκνερ επέλεξε να βάλει δύο ιστορίες που έχουν αντίθετο θέμα, να διαδέχονται η μια την άλλη ανά κεφάλαιο, έτσι ώστε να μεγαλώσει η ένταση του κειμένου και να αυξηθεί η πολυπλοκότητα της αφήγησης, λες και χρειάζονταν επιπρόσθετη πολυπλοκότητα τα βιβλία του Φώκνερ! Όπως γράφει ο Malcolm Cowley «Στα Άγρια Φοινικόδεντρα ένας άντρας θυσιάζει τα πάντα για την ελευθερία και την αγάπη και χάνει και τα δυο˙ στο Γέρο ο κατάδικος θυσιάζει τα πάντα για να γλυτώσει από την ελευθερία και την αγάπη». Ο αναγνώστης χάνει αυτή την αντίστιξη και το αλληλοσυμπλήρωμα των ιστοριών αλλά δεν στερείται απόλαυσης αν διαβάσει τον «Γέρο» μόνο του. Πρωταγωνιστής σε αυτή τη νουβέλα είναι ο ποταμός Μισισιπής (ο «Γερός» όπως αποκαλείται χαϊδευτικά) ο οποίος τον Απρίλη του 1927 πλημμυρίζει οργισμένος και γίνεται η αιτία να εμφανιστεί ένα σκηνικό καταστροφής. Σε αυτό το σκηνικό, ο κατάδικος που εκτίει ποινή στις αγροτικές φυλακές για μια αποτυχημένη απόπειρα ληστείας τρένου που ενορχήστρωσαν τα φθηνά αστυνομικά βιβλία που διάβαζε κάποτε, ρίχνεται σε μια βάρκα με εντολή να κατεβάσει μια γυναίκα που βρήκε καταφύγιο από την πλημμύρα στη κορυφή ενός δέντρου και έναν άντρα που είναι καθηλωμένος στη στέγη μιας μπαμπακαποθήκης. Η γυναίκα είναι ετοιμόγεννη, γεννά στην βάρκα, και εκεί ξεκινά ένας αγώνας να βρεθεί ένα μέρος να αφήσει την γυναίκα με το μωρό και ύστερα να γυρίσει πίσω στην φυλακή που γνωρίζει και αποδέχεται. Ο ήρωας (όπως όλοι οι ήρωες του Φώκνερ) περνά από δαιδαλώδεις ψυχικές διαδρομές και αναπάντεχες φυσικές καταστάσεις, ώσπου να καταλήξει να απορρίψει την ελευθερία που τόσο απροσδόκητα του δόθηκε και την επίφαση αγάπης που μοιραζόταν πάνω στη βάρκα.

[...] «Σύντομα θα έπρεπε να συνεχίσει τον δρόμο του, σκεφτόταν (ο κατάδικος). Όλες αυτές οι βλακείες θα σταματήσουν όπου να' ναι και τότε θα μπορώ να γυρίσω πίσω, και τότε ξαφνικά ανακάλυψε ότι σκεφτόταν θα πρέπει να γυρίσω πίσω, κι έμεινε ασάλευτος και κοίταζε γύρω την πλούσια παράξενη έρημο που τον περιέβαλλε, όπου είχε προσωρινά χαθεί μες στη γαλήνη και την ελπίδα και όπου τα τελευταία εφτά χρόνια είχαν βυθιστεί σαν ασήμαντα βότσαλα μες στο νερόλακκο, δίχως ν' αφήσουν την παραμικρή ρυτίδα, και σκέφτηκε ήσυχα, με κάτι σαν αποχαυνωμένη έκπληξη Ναι. Θαρρώ πως είχα ξεχάσει τι καλά που είναι να βγάζεις λεφτά. Να σ' αφήνουν να τα βγάζεις».
 
Το «Αβεσσαλώμ, Αβεσσαλώμ!» είναι το χαρακτηριστικά φωκνερικό έργο: ένα βιβλίο που χρονικά καταλαμβάνει τουλάχιστον τρεις γενιές ανθρώπων, συνδεδεμένων με δεσμούς αίματος και ένοχων μυστικών, και τοποθετημένων στην φανταστική περιοχή Γιοκναπατόφα (ή Γιοκναπατούφα ή Γιοκναπατάουφα, ανάλογα με τη μετάφραση και τη διάθεση) κάπου στον Αμερικανικό Νότο. Ένα απόσπασμα μόλις στη σελίδα 4, συμπυκνώνει όλο το μυθιστόρημα και δίνει μια πρόγευση του απαιτητικού και πυκνότατου λόγου του.

[...] «Φαίνεται πως αυτός ο δαίμονας – τον λέγανε Σάτπεν – (Συνταγματάρχη Σάτπεν) – Συνταγματάρχη Σάτπεν. Που ξεφύτρωσε ξαφνικά και απροειδοποίητα σ' αυτά τα μέρη με μια συμμορία παράξενους αράπηδες κι έφτιαξε μια φυτεία – (Ξάρπαξε βίαια μια φυτεία, λέει η μις Ρόζα Κολντφιλντ) – Ξάρπαξε βίαια. Και παντρεύτηκε την αδερφή της Έλλεν και γέννησε ένα γιο και μια κόρη που (Χωρίς τρυφεράδα γέννησε, λέει η μις Ρόζα Κολντφιλντ) – χωρίς τρυφεράδα. Που θα πρεπε να' ναι τ' ακριβά καμάρια του κι οι προστάτες κι η παρηγοριά των γερατειών του, μόνο που – (Μόνο που τον κατέστρεψαν ή κάπως έτσι ή τα κατάστρεψε εκείνος ή κάπως έτσι. Και πέθανε) – και πέθανε. Χωρίς κανένας να τον κλάψει, λέει η μις Ρόζα Κολντφιλντ – (Εκτός από την ίδια) Ναι, εκτός από την ίδια. (Κι απ' τον Κουέντιν Κόμπσον) Ναι. Κι απ' τον Κουέντιν Κόμπσον».

Προχωρώντας στο μυθιστόρημα βλέπουμε την παρακμή της οικογένειας (μόνιμο αγαπημένο θέμα του Φώκνερ) σε τέτοιο βάθος που δύσκολα θα πιστέψουμε στο τέλος ότι υπήρξε κάποτε και η ακμή της! Οι ήρωες είναι σταθερά βουτηγμένοι στην τραγικότητα καθ' όλη την διάρκεια του βιβλίου, καμιά σελίδα δεν εκπέμπει φως. Διαβάζοντας τα βιβλία του Φώκνερ παίρνεις μια έντονη γεύση αρχαίας τραγωδίας και βιβλικών παραστάσεων (στο συγκεκριμένο βιβλίο, ο τίτλος είναι πρόδηλος) αναμεμειγμένη με εξαντλητική εσωτερική αναμόχλευση και συναισθηματική πυκνότητα.

Ο Φώκνερ χρησιμοποιεί την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου, κατά τα πρότυπα του Τζόυς και της Γουλφ, με μια ειδοποιό διαφορά ωστόσο, που είναι κατά την γνώμη μου το πιο γοητευτικό σημείο των βιβλίων του. Οι ήρωές του είναι απλοί άνθρωποι, συνήθως αγρότες ή υπηρέτες, στερούμενοι μόρφωσης, κοινωνικής συμπεριφοράς ή πολιτισμικών αναφορών. Σε ακραίες περιπτώσεις, ακόμα και νοητικά καθυστερημένοι (ποιος μπορεί να ξεχάσει τον Μπέντζι από την «Βουή και Μανία»;). Σε καθέναν από αυτούς όμως, ο Φώκνερ κατορθώνει να εμφυσήσει έναν πλούσιο εσωτερικό κόσμο σπάνιας δυναμικής και πολυπλοκότητας. Σε έναν αστικοποιημένο ήρωα (όπως του Τζόυς) είναι σχετικά εύκολο να γεμίσεις το άδειο καβούκι του με συναισθήματα και σκέψεις που να έχουν ανθρώπινες πολιτισμικές καταβολές. Έναν «αγροίκο» όμως με τι να τον γεμίσεις; Ο Φώκνερ μπορεί να γράψει χιλιάδες σελίδες για να σου αποδείξει την πολυπλοκότητα ενός «αγροίκου»! Με τα βιβλία του Φώκνερ, πάντοτε θυμάμαι ότι ένας απλός άνθρωπος δεν είναι απαραίτητα και απλοϊκός – αν τον απαλλάξεις από τα πολιτισμικά στεγανά, αν τον αποστραγγίξεις από την κοινωνική εξευγενισμένη συμπεριφορά, αν του βιάσεις την θρησκευτική φενάκη, μπορεί να παραμείνει ακόμα βαθιά πολύπλοκος, βαθιά ανθρώπινος. 


«Αν δεν υπήρχα εγώ θα υπήρχε κάποιος άλλος στη θέση μου. Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί στον οποιονδήποτε, στον Χέμινγουεϊ, στον Ντοστογιέφσκι, σ' όλο τον κόσμο. Απόδειξη, ότι υπάρχουν ήδη τρεις συγγραφείς που ερίζουν ότι έγραψαν τα έργα του Σαίξπηρ. Αυτό που μετράει δεν είναι το ποιος έγραψε τον Άμλετ ή το Όνειρο θερινής νύχτας αλλά το ότι υπήρξε κάποιος που τα έγραψε. Δεν μετράει ο συγγραφέας. Αυτό που μετράει είναι το έργο του, τα δημιουργήματά του. Ο Σαίξπηρ, ο Μπαλζάκ, ο Όμηρος, έγραψαν όλοι πάνω στα ίδια θέματα κι αν ήταν δυνατό να ζούσαν 1000 ή 2000 χρόνια ακόμη, οι εκδότες δε θα' χαν πια ανάγκη από άλλους συγγραφείς.»   
 
Αυτό διατείνεται στην συνέντευξη που έδωσε στο Paris Review (εγώ την έχω σε μια όμορφη μεταφρασμένη έκδοση) και το απέδειξε περίτρανα ζητώντας να σκαλιστεί στο τάφο του μόνο η λιτή φράση «Έγραψε βιβλία και πέθανε», δείχνοντας έτσι πως δεν έχει σημασία ποιος σαπίζει εκεί μέσα αλλά ότι αυτό που τελικά μετράει είναι αν το έργο θα καταφέρει να επιβιώσει εις βάρος του συγγραφέα του. Εμείς ξέρουμε ότι τα κατάφερε – και χαιρόμαστε πολύ γι' αυτό.

Άφησα για το τέλος το «Καθώς ψυχορραγώ» (ένας από τους πιο όμορφους τίτλους βιβλίου) γιατί είναι ένα βιβλίο σημείο αναφοράς στον φωκνερικό κόσμο. Κουβαλά τη φήμη ότι γράφτηκε μέσα σε έξι εβδομάδες, στην βραδινή βάρδια 12-4, σ' ένα σταθμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος – κυρίως όμως, είναι ένα βιβλίο που περιέχει όλα τα χαρακτηριστικά του λογοτεχνικού του σύμπαντος, σε διακριτή μορφή, και έτσι προϊδεάζει τον αναγνώστη και τον προετοιμάζει, πριν εκείνος προσπαθήσει κάποιο δυσκολότερο κείμενό του. Επίσης, πρόκειται για μια γοητευτική ιστορία, η αφηγηματική λιτότητα (για τα μέτρα του Φώκνερ) της οποίας δεν υπολείπεται σε
"Η μάνα μου είναι ψάρι" (σ. 100)
βάθος και ένταση (ακριβώς στα μέτρα του Φώκνερ). Μια οικογένεια (πάλι δεσμοί αίματος) με το κιβούρι της νεκρής μητέρας κάνει την διαδρομή προς το πατρικό τόπο της, για να την θάψει εκεί, σύμφωνα με την τελευταία επιθυμία της. Τα κεφάλαια είναι σχετικά σύντομα και φέρουν ως τίτλους τα ονόματα των μελών της οικογένειας ή των γειτόνων, έτσι ώστε να δίνεται με σαφήνεια η οπτική γωνία του αφηγητή. Παράλληλα ξετυλίγονται διάφορες συνειδησιακές ιστορίες των ηρώων, που σε μερικά σημεία μοιάζουν ασύνδετες και εκκρεμείς αλλά όσο προχωρά η ιστορία αποσαφηνίζονται. Στα άλλα μυθιστορήματα του Φώκνερ, η διάκριση ανάμεσα στις εσωτερικές φωνές των ηρώων, στα τεκταινόμενα της πλοκής και στις βίαιες μετακινήσεις στο παρελθόν και στο μέλλον, είναι περισσότερο ομιχλώδης και αυτό ίσως αποθαρρύνει τους επίδοξους αναγνώστες του.

Και οι τρεις διαφορετικές μεταφράσεις των συγκεκριμένων βιβλίων θεωρώ πως είναι αρκετά καλές, αν και όποιος πρωτοδιαβάζει Φώκνερ, είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα παραπονεθεί για την κακή μετάφραση. Αυτή η δυσπιστία προκαλείται από την ιδιότυπη σύνταξη την οποία επισήμανα στην αρχή. Ωστόσο, το λογοτεχνικό σύνολο κάθε μεμονωμένου βιβλίου του είναι αρτιότατο και σε αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι συμβάλλει και η εύστοχη κάθε φορά μετάφραση. Όσοι πάλι παραμένουν Άπιστοι Θωμάδες (μιας και είναι επίκαιρο) ας προσπαθήσουν να τον διαβάσουν στο πρωτότυπο. Δεν θα χαλάσουμε τις καρδιές μας.
 
Τα βιβλία του Φώκνερ είναι πολύ δύσκολα, έχουν μια γλώσσα που ταλαντεύεται συνεχώς ανάμεσα στο απλό και το υψηλό, και προσπαθεί να περικλείσει εντός μια μικρής φράσης όλη την ρευστότητα του χρόνου – όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο συγγραφέας, «...δεν υπάρχει χρόνος. Υπάρχει η παρούσα στιγμή στην οποία εισάγω το παρελθόν και το μέλλον και αυτό είναι η αιωνιότητα. Ο χρόνος πλάθεται από τον καλλιτέχνη. Ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ σκλάβος του χρόνου». Οι τραγικοί ήρωες του Φώκνερ και η επιβλητική ατμόσφαιρα των βιβλίων του, παραμένουν ανεξίτηλα στο μυαλό σας για καιρό, τόσο που στο τέλος δεν μένει παρά να αναφωνήσετε απηυδισμένοι: «Ο Νότος. Χριστέ μου. Διόλου παράξενο που όλοι σας επιζείτε μετά τον θάνατό σας για χρόνια και χρόνια και χρόνια.»



Αυτός ο σπουδαίος συγγραφέας αφήνει (για το τέλος της ανάρτησής μου) την πιο απλή και πιο σοφή λύση σε ένα πρόβλημα που θα αναγκαστούν να αντιμετωπίσουν οι καλοί αναγνώστες εξίσου συχνά με τους καλούς συγγραφείς.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Μερικοί από τους αναγνώστες σας παραπονιούνται ότι δεν καταλαβαίνουν αυτό που γράφετε, ακόμα κι αν σας διαβάσουν δυο ή και τρεις φορές. Τι τους συμβουλεύετε;

ΦΩΚΝΕΡ: Να με διαβάσουν και μια τέταρτη!

Σχόλια

  1. Η ανάρτηση επιγραμματικά:
    Τρία (βιβλία) σε ένα, για τίτλο, (με το τέταρτο -"Η βουή και η μανία"- απλωμένο στη λιακάδα).

    Κλασικά, άρχισα από το "Καθώς ψυχορραγώ", συνέχισα με το "Φως τον Αύγουστο" και μετά ξετρελάθηκα με το "Η βουή και η μανία". Τελευταία διάβασα "Το ιερό" και "Το μαγικό δέντρο".
    (Τον εξαντλημένο Αβεσσαλώμ τον ψάχνω επίμονα τις τελευταίες 3 χρονιές. Να τον ψάξω και για τέταρτη.)

    ΥΓ. Μου αρέσει που, εκτός από την ανάγνωση, ασχολείστε με όλα τα συμπαρομαρτούντα της. Το κάνω κι εγώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Έχω διαβάσει και το Ιερό το οποίο δεν ανέφερα στην ανάρτηση.

    Φυσικά και να το αναζητήσετε, μέχρι να επανακυκλοφορήσει εκείνο ή να εξαντληθείτε εσείς!
    Επειδή δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας και δεν μπορώ να αναλύσω επαρκώς τα κείμενα, καμουφλάρω εντέχνως την άγνοιά μου με τα διάφορα (βολικά!) συμπαρομαρτούντα της.

    Υ.Γ. Μην το πείτε όμως παραέξω και αμαυρώσετε τη φήμη μου!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δε θα σας μαρτυρήσω, γιατί δεν συμπαθώ τις μακροσκελείς αναλύσεις, ειδικά τις φιλολογικού τύπου. Μου αρέσουν οι σύντομες και επί της ουσίας παρουσιάσεις, επικεντρωμένες στα βασικά. Αλλιώς, ξενερώνω. Μου διαλύουν όλη τη μαγεία.
    Επομένως, καμουφλάρω και τη δική μου άγνοια. Δεν φταίω εγώ που μεγαλώνω και δεν μ' ενδιαφέρει (πλέον) να αποδείξω τίποτα.

    ΥΓ. Η φήμη σας είναι σε καλό δρόμο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος25.9.16

    Καλημέρα,
    Φέτος τόλμησα να αγγίξω τον Φώκνερ και δεν το πιστέυω τι έχανα τόσα χρόνια. Διάβασα το Η Βουή και η Μανία και τώρα διαβάζω το Αβεσσαλώμ Αβεσσαλώμ. Ήμουν πολύ τυχερή μάλλον που πρόλαβα να το αγοράσω γιατί βλέπω ότι έχει εξαντληθεί. Επίσης περιμένει και ο Γέρος στη στοίβα με τα αδιάβαστα. Επειδή απ ότι κατάλαβα είστε γνώστης του έργου του, μια μικρή απορία. Προκύπτει κάπου από την βιογραφία του από που πηγάζει αυτό το κοινό σημείο που έχουν τα 2 βιβλία τον έρωτα μεταξύ 2 αδερφών ?
    Φαίη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα Φαίη,

      δυστυχώς δεν μπορώ να σου λύσω την απορία. Δεν έχω διαβάσει τίποτα περισσότερο πέρα από τα ίδια του τα βιβλία. Ωστόσο, θα είχε ενδιέφερον να το μάθουμε. Αν εντοπίσεις κάτι σχετικό, σε παρακαλώ, άφησέ το σε σχόλιο.

      Ο Φώκνερ είναι γοητευτικότατος και πολύ δύσκολος επίσης. Χαίρομαι που τον ανακάλυψες και τον αντιμετώπισες με θάρρος! Καλή συνέχεια και στα υπόλοιπα. Ναι μερικά δικά του είναι εξαντλημένα (κακό αυτό για έναν τόσο σημαντικό συγγραφέα) αλλά για να σε παρηγορήσω, σου λέω ότι όπου και αν πηγαίνω, εντοπίζω με μεγάλή ευκολία και κάποιο δικό του βιβλίο (σε παλαιοβιβλιοπωλείο, σε κάποιο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, σε πάγκο, κλπ). Γι' αυτό και αισθάνομαι μια σχετική άνεση να δωρίζω βιβλία του (χωρίς να τα έχω διπλά) παρότι είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς!

      Διαγραφή
    2. Ανώνυμος25.9.16

      Ναι έτσι βρήκα το Γέρο στα μεταχειρισμένα της Πρωτοπορίας :) Αν ανακαλύψω κάτι θα το γράψω.

      Διαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Κουβεντολόι με μια μούμια!

Σημ: Εδώ λέγονται ιστορίες μόνο για αραχνιασμένα κρανία, οι "ψεκασμένοι" θα απομακρύνονται διακριτικά.

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dance with the Devil

  A long time ago in a galaxy (στην επαρχία) far, far away… όταν περνούσα την emo φάση μου και έκλαιγα χωρίς λόγο καθώς να καθάριζα κρεμμύδια είχα ανακαλύψει τυχαία ένα βιβλιαράκι που το αγόρασα με τα πρώτα λεφτά που είχα αποταμιεύσει σε ένα βιβλιάριο τραπέζης που είχε δεν είχε μέσα 30 δραχμαί. Εκείνο το βιβλίο ήτο κάποιου ψιλοάγνωστου Χόφμαν μεταφρασμένο υπό του σπουδαίου Καρυωτάκη – αργότερα, όταν οι ισορροπίες άλλαξαν εντός μου, κατάλαβα ότι ο Χόφμαν λειτούργησε κάπως σαν το… καρυωθραυστικό του ποιητή∙ ξέρω, ξέρω, πάγωσε η θάλασσα μέσα σας, μακάρι να βρείτε ένα βιβλίο να πέσει πάνω της σαν τσεκούρι – «το λογοπαίγνιο είναι ένα καυτό σίδερο για μπούκλες στο χέρι της τρέλας και με δαύτο λυγίζει τις σκέψεις» . Ο λόγος είναι ότι ο Χόφμαν αποδείχθηκε μια εξαίσια διαβολική μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας και τα παιδιά του κυκλοφορούν ελεύθερα γύρω μας – ευτυχώς για αυτά, και για εμάς, είχε πάντοτε δουλειά, και μάλιστα σημαντική, να γράφει αριστουργήματα.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Εδώ γελάμε

    Χιούμορ; Γίναμε τώρα! Θα μπορούσε έτσι μικρή και περιεκτική να ήταν όλη η ανάρτηση και να τελείωνε εδώ αναίμακτα και αγέλαστα. Αλλά πρέπει να πούμε δυο λόγια παραπάνω γιατί όλοι σας έχετε χιούμορ, σωστά; Το χιούμορ είναι σαν την γνώμη, όλοι έχουν από ένα. Και όλοι έχουν το καλύτερο από όλους τους άλλους, δεν χωράει αμφιβολία. Στη θεωρία πάντα, γιατί στην πράξη, γελάνε και οι πέτρες! Η κάθε χρονιά οφείλει να κλείνει με χιούμορ, η νέα επιβάλλεται να ξεκινάει με τέτοιο, η ζωή να το ακολουθεί πατώντας στα ξέγνοιαστα βήματά του, ακόμα και ο κόσμος να τελειώνει με εκείνο∙ αν κάπου σε όλη αυτή την διαδρομή τα βρίσκει και με την λογοτεχνία, ακόμα καλύτερα. Μας αξίζει γαμώτο να γελάμε σαν μικρά παιδιά, πίνοντας παράλληλα και πολύ νερό – το χιούμορ είναι δώρο . «Τα παιδιά, υποστηρίζει ο Φρόιντ, δεν διαθέτουν καμία αίσθηση του κωμικού, αλλά είναι πιθανό να τα μπερδεύει με τον συγγραφέα ενός διαβόητου και καθόλου αστείου βιβλίου με τίτλο Το ευφυολόγημα και η σχέση του με το ασυνείδητο » .