Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Mission impossible


 
Η μοναδική αποστολή του βιβλιοθηκάριου (βιβλιοθηκονόμοι πλέον ρε Ορτέγκα, μας προσβάλλεις γαμώτο∙ ναι, ο φερετζές μάς έλειπε), τουλάχιστον στην Ελλάδα και για μια γεμάτη 25ετία, είναι να μην πεθάνει από την πείνα. Τα πάμε καλά, συνάδελφοι! Άλλος για μπαρ τράβηξε, άλλος για γραμματειακή υποστήριξη και άλλος στου ΟΑΕΔ τα ΚΟΧ αίμα και δάκρυα πίνει. Ευαισθητοποιημένοι πολίτες λένε συνεχώς να χαρίσουμε βιβλία στις βιβλιοθήκες μας, είναι ο πολιτιστικός μας πνεύμονας (με χρόνια βρογχίτιδα), το κράτος από την μεριά του λέει κανένα πρόβλημα, στα τέτοια μου, αλλά να ξέρετε όποτε χρειαστεί να κόψω χρήματα για τις εκλογικές διαφημίσεις θα τα πάρω από τις βιβλιοθήκες, no offense. Και η σχολή Βιβλιοθηκονομίας συνεχίζει να βγάζει εκατοντάδες επιστήμονες κάθε χρόνο σαν να μην υπάρχει αύριο (που δεν υπάρχει!), μια θλιβερή γραμμή παραγωγής από ρομποτάκια σε μια δυστοπική και λοβοτομημένη πολιτιστικά χώρα. Does that make sense? «Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μια παράξενη τάση να τρέφονται, κυρίως, με αοριστίες».  
 
Το δοκίμιο του Ορτέγκα υ Γκασσέτ «Η αποστολή του βιβλιοθηκάριου» δεν είναι καθόλου μονοποικιλιακό όπως μπορεί να υποθέσει κάποιος με μια γρήγορη ματιά∙ αντιθέτως οι γεύσεις που αφήνει στο μυαλό είναι πολλές, διαφορετικές και έντονες. Χρησιμοποιεί τα βιβλία, ένα αγαπημένο αντικείμενο του ίνσταγκραμ, και τους βιβλιοθηκονόμους, ένα αγαπημένο αντικείμενο (μη συζήτησης) του Υπουργείου Παιδείας, για να μιλήσει για θέματα πιο βαθιά και ανθρώπινα, πάνω απ’ όλα είναι ένας συναρπαστικός στοχαστής που ξέρει τουλάχιστον να μιλάει κατανοητά – μην τον αποκαλέσετε φιλόσοφο, σας παρακαλώ, θα αρχίσει τις αρλούμπες. Ας γυρίσουμε λίγο στα χωρίς κάρτα αλλαγής μαθητικά χρόνια, κάπου εκεί πριν από τις Πανελλήνιες και στο μάθημα του επαγγελματικού προσανατολισμού (που με απλά λόγια σημαίνει, σε όποια κατεύθυνση και αν κοιτάξεις θα πληρώνεσαι με 3,14 ευρώ/ώρα… π… το λένε κάποιοι ειδικοί!), τότε που τα παιδιά δεν έχουν ιδέα τι θα κάνουν με την ζωή τους. Ποια είναι η αποστολή κάθε ανθρώπου; Σίγουρα όχι να σπουδάσει βιβλιοθηκονομία, σας το λέω ειλικρινά με την όποια ωριμότητα έχω αποκτήσει. Ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ εντοπίζει μία αποστολή σε κάθε άνθρωπο, αυτό που νιώθει ότι πρέπει να κάνει, ο ίδιος, χωρίς εξωτερικές δυνάμεις. Σαφώς και σε νεαρή ηλικία οι προσωπικές αποστολές διαδέχονται η μία την άλλη, αποτελεί ίδιον της νεότητας – εδώ ο Τομ Κρουζ στα 60 του και έχει κάνει ήδη 7 επικίνδυνες αποστολές. Διαβάζοντας αυτές τις πρώτες σκέψεις του συγγραφέα, σκέφτηκα πόσο ωραίο θα ήταν να μπουν μερικά αποσπάσματα από αυτό το θαυμάσιο δοκίμιο σε κάποιο μελλοντικό μάθημα Έκθεσης στις Πανελλήνιες. Κάτι που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τρώει όλα τα παιδιά∙ όχι θέματα για την κλιματική αλλαγή και  άλλες μαλακίες. Τις ουσιώδεις αλλαγές, εξάλλου, τις βιώνουν εντός τους.  
 
Αυτές λοιπόν οι προσωπικές αποστολές άνθιζαν και μαραίνονταν μαζί με τον κάτοχό τους, χωρίς να αποτελούν λίπασμα για κανέναν, πριν τουλάχιστον η κοινωνία ρίξει ένα ευρύτερο βλέμμα στα χωράφια της και ξεχωρίσει κάποιους σπόρους. Όταν το προσωπικό καθήκον μετατράπηκε σε κοινωνική ανάγκη, αναδύθηκε δειλά και η αποστολή του βιβλιοθηκάριου. Και τελευταίο και καταϊδρωμένο το κράτος ήρθε να την επικυρώσει.  
 
[…] «Εάν εφαρμόσουμε αυτό το αξίωμα στο ζήτημα που μας απασχολεί, προκύπτει ότι ένα επάγγελμα δεν γίνεται επίσημο, δεν προσλαμβάνει εγκυρότητα από το Κράτος, παρά μόνο την στιγμή κατά την οποία η συλλογική ανάγκη που αυτό εξυπηρετεί εντείνεται ιδιαίτερα, οπότε και δεν γίνεται πλέον αντιληπτή ως απλή ανάγκη, αλλά ως οξύτατη, επείγουσα ανάγκη. Το Κράτος δεν δέχεται στην επικράτειά του «περιττές» ενασχολήσεις. Η κοινωνία αισθάνεται, ανά πάσα στιγμή, ότι πρέπει να κάνει πολλά πράγματα, αλλά το Κράτος φροντίζει να μην παρεμβαίνει παρά μόνο σε εκείνα που φαίνεται ότι πρέπει απαραιτήτως να γίνουν».  
 
Ίσως αυτό να εξηγεί και την τωρινή απραξία του κράτους απέναντι στους βιβλιοθηκονόμους. Δεν αποτελεί πλέον επείγουσα ανάγκη, και για την κοινωνία μετά βίας θα λέγαμε αποτελεί ανάγκη. Εξηγεί και ο Γκασσέτ στη συνέχεια του δοκιμίου του αυτή την σταδιακή αποκήρυξη της κοινωνίας για την ανάγκη των βιβλιοθηκονόμων∙ και οι στοχασμοί του, να φανταστείτε, σταματούν στο 1935. Αν ζούσε τώρα, θα έφριττε απολύτως. Ευτυχώς, τις σκέψεις του τις συνεχίζει εξίσου απολαυστικά ο Δημήτρης Μαρκόπουλος στο επίμετρό του. Οι βιβλιοθηκονόμοι ξεπηδούν κάπου στην Αναγέννηση, λίγο πριν την εφεύρεση της τυπογραφίας (η οποία ήταν επίσης έντονη κοινωνική ανάγκη), όπου γίνεται αισθητή η ανάγκη για συστηματοποίηση της γνώσης, ώστε οι άνθρωποι να μην ξεκινούν συνεχώς από το μηδέν. Η αποστολή τους εστιάζει κυρίως στην επιστημονική γνώση αλλά δεν θα αργήσει να λάβει εκτεταμένες ιδιότητες. Πιο μετά, στον 19ο αιώνα, η κοινωνική ανάγκη αρχίζει να αποκτά αρνητικό πρόσημο (όπου λίγο πολύ καταλήγει κάθε πρόοδος των ανθρώπων) και να επέρχεται ένας κορεσμός μιας και οι άνθρωποι συνήθισαν να γράφουν πια και για πράγματα που δεν αξίζει να ειπωθούν (οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας ΈΧΕΙ άμεση σχέση). Και σε εκείνο το σημείο, ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ προτείνει στους βιβλιοθηκονόμους μια νέα αποστολή. Θα σας αφήσω με την απορία για το αν τελικά ευοδώθηκε. Τέτοιος είμαι!  
 
[…] «Η υπερεπάρκεια βιβλίων και η ανεπάρκεια του περιεχομένου τους έχουν κοινή προέλευση: το γεγονός ότι η παραγωγή πραγματοποιείται χωρίς να υπακούει σε κάποιον σχεδιασμό, αφημένη, σχεδόν πάντα, στην απόλυτη τύχη».  
 
Το καταπληκτικό αυτό δοκίμιο του Ορτέγκα υ Γκασσέτ μπορεί να «εκφωνήθηκε ως εναρκτήριος λόγος στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Βιβλιοθηκάριων της International Federation of Library Associations and Institutions (IFLA)» αλλά μην το φοβάστε. Μεταξύ άλλων καταπληκτικών, αποδεικνύει άθελά του ας πούμε, και γιατί το φλύαρο δοκίμιο της Ιρένε Βαγιέχο είναι όντως τόσο φλύαρο και κακοεπεξεργασμένο, όταν μέσα σε λίγες συγκροτημένες σελίδες μπορείς να εκθέσεις υπέροχες και καλοσχηματισμένες σκέψεις για αυτόν τον συναρπαστικό κόσμο που είναι ο λεγόμενος κόσμος του βιβλίου. Η καλή μετάφραση όπως και ο πρόλογος είναι της Δήμητρας Παπαβασιλείου. Η έκδοση με το ωραίο εξώφυλλο είναι από τις εκδόσεις «Μάγμα» που πάντα προσφέρουν βιβλία τα οποία δεν σου επιτρέπουν να πεις, «Τι βλακεία ήταν αυτό που διάβασα τώρα;». Και αυτό είναι μια νίκη. Ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ θα χαμογελούσε. Το ίδιο κάνει και ένας άνεργος βιβλιοθηκονόμος.  
 
«Ιδού η απαρχή του βιβλίου ως γνήσιας ζωντανής λειτουργίας: το γεγονός ότι, εν δυνάμει, λέει εσαεί αυτά που πρέπει να ειπωθούν.»

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Με ανώμαλους δεν μιλάω

  Ανωμαλία είναι να μην μπορεί μια γυναίκα να κυκλοφορεί άφοβα στους δρόμους, ανωμαλία είναι να πιστεύεις ότι τα εμβόλια σκοπό έχουν να προκαλέσουν περισσότερο κακό από ό,τι καλό, ανωμαλία είναι να νομίζεις ότι η λογοτεχνία σε κάνει καλύτερο άνθρωπο, ανωμαλία είναι ακόμα το προφιτερόλ να έχει μόνο ένα σουδάκι μέσα, ανωμαλία είναι και ότι ο «Πατάκης» εξακολουθεί να μην εκδίδει Χέρμαν Μέλβιλ. Και πόσες ακόμα ανωμαλίες! Με τελευταία εκείνη του Ερβέ Λε Τελιέ, ενός συγγραφέα που αγάπησα οριστικά από ένα και μόνο βιβλίο του που είχα διαβάσει κάποτε, το «Όλα τα μανιτάρια τρώγονται», η ουλιπιανή έμπνευση που είχε οραματιστεί το facebook χρόνια πριν από τον δημιουργό του. Κάθε φορά που μπαίνετε στο facebook και αντικρίζετε την ερώτηση «Τι σκέφτεσαι;», ικανή να σας παρασύρει ασυγκράτητα να μας εμπιστευτείτε τις επικές σας μπούρδες, σχεδόν πάντα χωρίς καθόλου φιλτράρισμα και ουσία, να θυμάστε ότι ο Τελιέ κάποτε το έκανε… χίλιες φορές καλύτερα από εσάς, πιο δημιουργικά και κυρίως με περισσότερο χι

Dogs never bite me. Just humans.

    Ψόφια πράγματα το φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης – τουλάχιστον οι επιλογές μου – αλλά μόλις είδα ότι θα προβληθεί «Η εξουσία του σκύλου», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Τόμας Σάβατζ, ήξερα ότι θα ρεφάρω γιατί κακό σκυλί ψόφο δεν έχει. Και έτσι έγινε, η ταινία δεν με απογοήτευσε και μου θύμισε πόσο είχα αγαπήσει εκείνο το βιβλίο. Μια παραγωγή του Νέτφλιξ που θα είναι διαθέσιμη στην πλατφόρμα από την 1 Δεκεμβρίου ώστε να προλάβει να κάνει τον κύκλο της στις αίθουσες, με τον Κάμπερμπατς στον ρόλο του Φιλ, τον σωσία του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν στον ρόλο του Τζορτζ και την ωραία Κίρστεν Ντανστ ως Ρόουζ. Η ταινία, όπως και το βιβλίο, σε πολλούς θα φανούν αργά, αδιάφορα και αλλόκοτα, λόγω του περιεχομένου αλλά η αλήθεια είναι ότι πρόκειται για αριστοτεχνικές δημιουργίες με βάθος. Αντιγράφω εδώ το κείμενο που είχα γράψει στο «Διαβάζοντας» για να θυμάμαι ότι εκείνη η ανάγνωση μετράει ακόμα μέσα μου· σπάνιο, ομολογουμένως.

Ποίηση χωρίς τέλος

  Αυτή η χρονιά θα ξεκινήσει ακριβώς όπως τελείωσε: με ποίηση. Συλλεκτική ανάρτηση, σπάνια θα ξαναδιαβάσετε τέτοια. Σπάω την παράδοση (και το ρόδι)! Ακόμα σπανιότερα εντυπωσιάζομαι από ποιητές και ποιήματα. Δεν με συγκινεί η συμπύκνωση του λόγου όταν του λείπει ένα είδος «φλυαρίας» – ψάχνω ποιήματα που είναι αμετροεπή με έναν δικό τους τρόπο και ταυτόχρονα στοχευμένα και ουσιώδη. Ποιήματα που δεν πολυπαίρνουν στα σοβαρά τον εαυτό τους καθώς τσαλαβουτούν χαρούμενα στον χυλό της ειρωνείας. Ποιήματα που, απ' ό,τι σωστά αντιλαμβάνεστε, δεν γράφει η πλειοψηφία των ποιητών. Με δυο λόγια, κυνηγώ το ανέφικτο. Αλλά, αυτό δεν κυνηγάμε όλοι στην έναρξη κάθε χρονιάς; Το φλουρί μου για φέτος – λίρα εκατό – ήταν η Βισουάβα ή Βισλάβα ή όπως αλλιώς, Σιμπόρσκα. Η παλιά ποίηση, η ορθόδοξη, είναι Εδώ!

Θα φάτε τα μούτρα σας

  Πού βαδίζει η λογοτεχνία; Όπου και όπως βάδιζε πάντα, ελεύθερη και ασυμβίβαστη, ασυνόδευτη και ασυνόρευτη , πριν έρθει ο (κακός μας) καιρός με την πρόφαση του υποστηρίγματος/«υποστήριξης» κάποιοι να της προσφέρουν τα δεκανίκια της πολιτικής ορθότητας που θα την καθιστούσαν έκτοτε αδιανόητα στάσιμη. «Αυτό που βλέπουμε το σκεφτόμαστε, κι έτσι τελικά δεν το βλέπουμε, λέει ο Όλερ, ενώ άλλοι βλέπουν αυτό που βλέπουν χωρίς πρόβλημα, επειδή δεν το σκέφτονται αυτό που βλέπουν. Αυτό που αποκαλούμε αντίληψη είναι για μας κατά βάση στασιμότητα, ακινησία, τίποτα. Τίποτα. Οτιδήποτε έχει συμβεί το έχουμε σκεφτεί, δεν το έχουμε δει, λέει ο Όλερ» . Είδα και απόειδα λοιπόν με το… φαινόμενο Φερνάντα Μελτσόρ και είπα ό,τι βρέξει ας κατεβάσει! Βαδίζοντας στην εποχή των τυφώνων.

Η Αλίκη στις πόλεις

  Καλύτερα Αλίκη στις πόλεις των θαυμάτων παρά Ωραία Κοιμωμένη στο χωριό. Αυτή είναι η τελεσίδικη γνώμη μου. Αλλά τώρα που καλοκαίριασε δύσκολα να σας πείσω, το ξέρω. Τα ξαναλέμε when September ends. «Οι πόλεις δεν προσφέρουν μόνο υλικά οφέλη αλλά και ενθουσιασμό και την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει κάποιος τον εαυτό του. Για πολλούς πολίτες του Μάντσεστερ και του Σικάγου, η πόλη σήμαινε μια μορφή ελευθερίας. Αυτό ήταν κάτι που οι επικριτές της βικτοριανής πόλης δεν μπόρεσαν ποτέ να συλλάβουν: με τόσο σκότος και βρομιά δεν μπόρεσαν ποτέ να διακρίνουν τους τρόπους με τους οποίους η κοινότητα επαναπροσδιοριζόταν μέσα στη σύγχρονη βιομηχανική μητρόπολη». Όσοι πάλι επι-μένετε στις πόλεις πρέπει να προμηθευτείτε αμέσως το καταπληκτικό βιβλίο του Ben Wilson – γιατί αν εξαντληθεί θα το ψάχνετε στα επαρχιακά βιβλιοπωλεία!

Τώρα μας σώνει μόνο ένα θαύμα

    Μπορεί ένα βιβλιοπωλείο να αποτελέσει καταφύγιο; Όχι καταφύγιο πολέμου, μην παρασύρεστε από τις εξελίξεις στην Ουκρανία, δεν παίζει τέτοιο πράγμα∙ ούτε βέβαια να σταματήσει τον ίδιο τον πόλεμο, αυτό και αν θα ήταν θαύμα! Μπορεί ωστόσο να αποτελέσει πού και πού ένα ζεστό καταφύγιο μιας μεμονωμένης ζωής, που παρέα με δισεκατομμύρια άλλες συγκροτούν τον κόσμο γύρω μας, τα ακρότατα όρια του οποίου συχνότατα και εντελώς απροσδόκητα μπορεί να είναι οι πιο αναίτιες και ακραίες σφαγές. Oh yes! Το να διεξάγεις ακήρυχτο πόλεμο αλληλεγγύης μέσω social media, να φας μια μπριζόλα επειδή τυχαίνει να είναι Τσικνοπέμπτη στα μέρη σου ή να διαβάσεις ένα ανάλαφρο βιβλίο δεν μοιάζουν αρκετά. Αλλά και τι θα μπορούσε να μοιάζει αρκετό στη ζωή ενός ανθρώπου; «Φοβάμαι ότι αυτό είναι σαν εκείνα τα feelgood μυθιστορήματα που διαβάζει η Τζάσμιν, όπου το τέλος είναι πάντα χαρούμενο γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσαν οι αναγνώστες να αντισταθμίσουν τις κακές ειδήσεις και όλα αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν

Η μέθοδος του Κούντερα

  Σε κάποιες περισσότερο κιτς εποχές ένα παρόμοιο χαστούκι σαν εκείνο του Γουίλ Σμιθ είχε ταράξει τα νερά της κοινωνικής μας ζωής. Η Νατάσα Αθήνη είχε χαστουκίσει την Δήμητρα Λιάνη στην παρουσίαση του βιβλίου της «10 χρόνια και 54 μέρες» – βέβαια, τώρα που τα συζητάμε, μπορεί να έχουν περάσει κοντά 30 χρόνια. Μια επισήμανση που μου ήρθε μόλις: όλες οι βιβλιοπαρουσιάσεις είναι για σφαλιάρες∙ συγγραφείς μην πέφτετε σε αυτή την παγίδα, μακριά. Τέλος πάντων, όταν η Δήμητρα δεν έγραφε βιβλία, διάβαζε, λένε, Κούντερα. Τότε ήταν πολύ της μόδας. Κούντερα από εδώ, Κούντερα από εκεί, είχαν τρελαθεί όλοι. Ποιος είναι ρε αυτός ο Κούντερας; Ήταν τελικά ένα πιο λογοτεχνικό Nitro όπως νόμιζαν αρκετοί; Γιατί τόσα χρόνια τον αντιμετωπίζουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα; «Γιατί άραγε θέλει να κάνει έρωτα μαζί μου; αναρωτιόταν πολύ συχνά, αλλά δεν έβρισκε απάντηση. Ένα μόνο ήξερε, πως οι σιωπηρές συνευρέσεις τους ήταν αναπόφευκτες, έτσι όπως είναι αναπόφευκτο να σταθεί προσοχή ένας πολίτης ακούγοντας τον εθν

Μας κούφανε

  Όταν η Λεονόρα Κάρινγκτον γράφει το βιβλίο της είναι 60 χρονών και η ηρωίδα της που ζει τις απόλυτα εκκεντρικές περιπέτειές της είναι 92∙ η ίδια η συγγραφέας πέθανε στα 94 της και μέσα από αλλόκοτες και ακατανόητα αποκρυφιστικές διαδρομές, κανείς πλέον δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό μου ότι είναι η ίδια η ηρωίδα της. «Όλα αυτά είναι μια παρέκκλιση και δεν θέλω να νομίζει κανείς ότι τρέχει αλλού το μυαλό μου∙ τρέχει, αλλά ποτέ πιο γρήγορα απ’ όσο θέλω εγώ» . Η ταύτιση ενός δημιουργού με το έργο του, σε καλλιτέχνες τόσο απύθμενου καλλιτεχνικού βάθους, δεν είναι σχεδόν ποτέ αβάσιμη. Το βιβλίο της είναι ένα φεμινιστικό μανιφέστο και ένα από τα ομορφότερα που έχουν γραφτεί σχετικά, και τα όποια προγραμματικά στοιχεία φαίνεται να αναδύονται μπροστά σε έντρομες αρσενικές αναγνώσεις, εξαλείφονται αμέσως από την υψηλή λογοτεχνική ποιότητα. Εξάλλου, η σπουδαία λογοτεχνία είναι ερμαφρόδιτη. «Το Ακουστικό Κέρας διαφεύγει κάθε κατηγοριοποίηση. Από την πρώτη του κιόλας πρόταση παρουσιάζει ένα

Οι αποσυνάγωγοι

  Το να γράφεις αλλόκοτη και παράδοξη λογοτεχνία δεν σημαίνει κιόλας ότι δεν έχεις συμβιβαστεί με μια εντυπωσιοθηρική παράσταση και έχεις παγιδευτεί εντός της. Το πιο παράδοξο που συναντάς πλέον σε πολλά λογοτεχνικά έργα είναι ότι τους λείπει η λογοτεχνία! Η λεγόμενη παράδοξη λογοτεχνία συνήθως παίζει επικίνδυνα με τα όρια της γραφικότητας, που υποτίθεται ότι η άλλη, κοινή λογοτεχνία τα αποφεύγει… χαχαχα, μπα σε καλό μου. Κανείς δεν γλυτώνει από την γραφικότητα αν δεν ξέρει τον τρόπο να το πετύχει. Ταρώ ρίχνει και ο Χοντορόφσκι ταρώ και ο Χαϊκάλης, ποντάρετε σωστά τα λεφτά σας. Σχεδόν πάντα, είναι το ίδιο δύσκολο και ψυχοφθόρο να είσαι αποσυνάγωγος όσο και να είσαι επίτιμο μέλος της συναγωγής . «Νόμιζα πως είμαι αυτό που είμαι, αλλά στην πραγματικότητα είμαι ακόμα αυτό που ήμουν. Κι αυτό που ήμουν δεν ξέρω τι είναι. Ίσως κάποια μέρα το μάθω. Τότε θα είμαι αυτό που θα είμαι, αλλά δεν θα είμαι πια αυτό που είμαι τώρα. Και το να πάψω να είμαι αυτό που είμαι τώρα, με φοβίζει και με τρομάζε

Ο ακρωτηριασμός της Δύσης

    Όσο διάβαζα το βιβλίο μού ερχόταν στο μυαλό μια εντυπωσιακή φράση του Κούντερα που υπάρχει στο δοκίμιο «Ο ακρωτηριασμός της Δύσης ή Η τραγωδία της Κεντρικής Ευρώπης» , καθώς και στις «Προδομένες διαθήκες» αν θυμάμαι καλά, που λέει ότι πλέον η ζωγραφική έγινε μια περιθωριακή τέχνη, ο κόσμος έπαψε να ενδιαφέρεται για αυτή όπως το έκανε όσο ζούσε ο Πικάσο και οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναφέρουν έναν σύγχρονο ζωγράφο πια. Το ίδιο μπορεί κανείς να πει και για το σκάκι και αν όλα πάνε καλά (και κατά διαόλου) και για οτιδήποτε άλλο. «Μαζί με τον Αλιέχιν, ένας κόσμος πέθαινε. Ο θάνατός του δεν αφορούσε μόνο το σκάκι. Ο Αλιέχιν υπήρξε ένας από τους τελευταίους εκπροσώπους μιας κλάσης παικτών χωρίς δάσκαλο, αριστοκρατών χωρίς βασιλιά, ατόμων χωρίς υποστήριξη, πνευματικών ανθρώπων χωρίς ιδεολογία, πολιτών χωρίς σύνορα, βασιλέων της φαντασίας, ανθρώπων ανένταχτων… Τώρα που δεν υπήρχε πια, ποιος θα έπαιζε;» Ας παίξουμε με τις λέξεις, για την ώρα. Οι λέξεις chess και chase ηχούν πολύ όμοια