Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Mission impossible


 
Η μοναδική αποστολή του βιβλιοθηκάριου (βιβλιοθηκονόμοι πλέον ρε Ορτέγκα, μας προσβάλλεις γαμώτο∙ ναι, ο φερετζές μάς έλειπε), τουλάχιστον στην Ελλάδα και για μια γεμάτη 25ετία, είναι να μην πεθάνει από την πείνα. Τα πάμε καλά, συνάδελφοι! Άλλος για μπαρ τράβηξε, άλλος για γραμματειακή υποστήριξη και άλλος στου ΟΑΕΔ τα ΚΟΧ αίμα και δάκρυα πίνει. Ευαισθητοποιημένοι πολίτες λένε συνεχώς να χαρίσουμε βιβλία στις βιβλιοθήκες μας, είναι ο πολιτιστικός μας πνεύμονας (με χρόνια βρογχίτιδα), το κράτος από την μεριά του λέει κανένα πρόβλημα, στα τέτοια μου, αλλά να ξέρετε όποτε χρειαστεί να κόψω χρήματα για τις εκλογικές διαφημίσεις θα τα πάρω από τις βιβλιοθήκες, no offense. Και η σχολή Βιβλιοθηκονομίας συνεχίζει να βγάζει εκατοντάδες επιστήμονες κάθε χρόνο σαν να μην υπάρχει αύριο (που δεν υπάρχει!), μια θλιβερή γραμμή παραγωγής από ρομποτάκια σε μια δυστοπική και λοβοτομημένη πολιτιστικά χώρα. Does that make sense? «Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από μια παράξενη τάση να τρέφονται, κυρίως, με αοριστίες».  
 
Το δοκίμιο του Ορτέγκα υ Γκασσέτ «Η αποστολή του βιβλιοθηκάριου» δεν είναι καθόλου μονοποικιλιακό όπως μπορεί να υποθέσει κάποιος με μια γρήγορη ματιά∙ αντιθέτως οι γεύσεις που αφήνει στο μυαλό είναι πολλές, διαφορετικές και έντονες. Χρησιμοποιεί τα βιβλία, ένα αγαπημένο αντικείμενο του ίνσταγκραμ, και τους βιβλιοθηκονόμους, ένα αγαπημένο αντικείμενο (μη συζήτησης) του Υπουργείου Παιδείας, για να μιλήσει για θέματα πιο βαθιά και ανθρώπινα, πάνω απ’ όλα είναι ένας συναρπαστικός στοχαστής που ξέρει τουλάχιστον να μιλάει κατανοητά – μην τον αποκαλέσετε φιλόσοφο, σας παρακαλώ, θα αρχίσει τις αρλούμπες. Ας γυρίσουμε λίγο στα χωρίς κάρτα αλλαγής μαθητικά χρόνια, κάπου εκεί πριν από τις Πανελλήνιες και στο μάθημα του επαγγελματικού προσανατολισμού (που με απλά λόγια σημαίνει, σε όποια κατεύθυνση και αν κοιτάξεις θα πληρώνεσαι με 3,14 ευρώ/ώρα… π… το λένε κάποιοι ειδικοί!), τότε που τα παιδιά δεν έχουν ιδέα τι θα κάνουν με την ζωή τους. Ποια είναι η αποστολή κάθε ανθρώπου; Σίγουρα όχι να σπουδάσει βιβλιοθηκονομία, σας το λέω ειλικρινά με την όποια ωριμότητα έχω αποκτήσει. Ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ εντοπίζει μία αποστολή σε κάθε άνθρωπο, αυτό που νιώθει ότι πρέπει να κάνει, ο ίδιος, χωρίς εξωτερικές δυνάμεις. Σαφώς και σε νεαρή ηλικία οι προσωπικές αποστολές διαδέχονται η μία την άλλη, αποτελεί ίδιον της νεότητας – εδώ ο Τομ Κρουζ στα 60 του και έχει κάνει ήδη 7 επικίνδυνες αποστολές. Διαβάζοντας αυτές τις πρώτες σκέψεις του συγγραφέα, σκέφτηκα πόσο ωραίο θα ήταν να μπουν μερικά αποσπάσματα από αυτό το θαυμάσιο δοκίμιο σε κάποιο μελλοντικό μάθημα Έκθεσης στις Πανελλήνιες. Κάτι που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο τρώει όλα τα παιδιά∙ όχι θέματα για την κλιματική αλλαγή και  άλλες μαλακίες. Τις ουσιώδεις αλλαγές, εξάλλου, τις βιώνουν εντός τους.  
 
Αυτές λοιπόν οι προσωπικές αποστολές άνθιζαν και μαραίνονταν μαζί με τον κάτοχό τους, χωρίς να αποτελούν λίπασμα για κανέναν, πριν τουλάχιστον η κοινωνία ρίξει ένα ευρύτερο βλέμμα στα χωράφια της και ξεχωρίσει κάποιους σπόρους. Όταν το προσωπικό καθήκον μετατράπηκε σε κοινωνική ανάγκη, αναδύθηκε δειλά και η αποστολή του βιβλιοθηκάριου. Και τελευταίο και καταϊδρωμένο το κράτος ήρθε να την επικυρώσει.  
 
[…] «Εάν εφαρμόσουμε αυτό το αξίωμα στο ζήτημα που μας απασχολεί, προκύπτει ότι ένα επάγγελμα δεν γίνεται επίσημο, δεν προσλαμβάνει εγκυρότητα από το Κράτος, παρά μόνο την στιγμή κατά την οποία η συλλογική ανάγκη που αυτό εξυπηρετεί εντείνεται ιδιαίτερα, οπότε και δεν γίνεται πλέον αντιληπτή ως απλή ανάγκη, αλλά ως οξύτατη, επείγουσα ανάγκη. Το Κράτος δεν δέχεται στην επικράτειά του «περιττές» ενασχολήσεις. Η κοινωνία αισθάνεται, ανά πάσα στιγμή, ότι πρέπει να κάνει πολλά πράγματα, αλλά το Κράτος φροντίζει να μην παρεμβαίνει παρά μόνο σε εκείνα που φαίνεται ότι πρέπει απαραιτήτως να γίνουν».  
 
Ίσως αυτό να εξηγεί και την τωρινή απραξία του κράτους απέναντι στους βιβλιοθηκονόμους. Δεν αποτελεί πλέον επείγουσα ανάγκη, και για την κοινωνία μετά βίας θα λέγαμε αποτελεί ανάγκη. Εξηγεί και ο Γκασσέτ στη συνέχεια του δοκιμίου του αυτή την σταδιακή αποκήρυξη της κοινωνίας για την ανάγκη των βιβλιοθηκονόμων∙ και οι στοχασμοί του, να φανταστείτε, σταματούν στο 1935. Αν ζούσε τώρα, θα έφριττε απολύτως. Ευτυχώς, τις σκέψεις του τις συνεχίζει εξίσου απολαυστικά ο Δημήτρης Μαρκόπουλος στο επίμετρό του. Οι βιβλιοθηκονόμοι ξεπηδούν κάπου στην Αναγέννηση, λίγο πριν την εφεύρεση της τυπογραφίας (η οποία ήταν επίσης έντονη κοινωνική ανάγκη), όπου γίνεται αισθητή η ανάγκη για συστηματοποίηση της γνώσης, ώστε οι άνθρωποι να μην ξεκινούν συνεχώς από το μηδέν. Η αποστολή τους εστιάζει κυρίως στην επιστημονική γνώση αλλά δεν θα αργήσει να λάβει εκτεταμένες ιδιότητες. Πιο μετά, στον 19ο αιώνα, η κοινωνική ανάγκη αρχίζει να αποκτά αρνητικό πρόσημο (όπου λίγο πολύ καταλήγει κάθε πρόοδος των ανθρώπων) και να επέρχεται ένας κορεσμός μιας και οι άνθρωποι συνήθισαν να γράφουν πια και για πράγματα που δεν αξίζει να ειπωθούν (οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις και πρόσωπα της πραγματικότητας ΈΧΕΙ άμεση σχέση). Και σε εκείνο το σημείο, ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ προτείνει στους βιβλιοθηκονόμους μια νέα αποστολή. Θα σας αφήσω με την απορία για το αν τελικά ευοδώθηκε. Τέτοιος είμαι!  
 
[…] «Η υπερεπάρκεια βιβλίων και η ανεπάρκεια του περιεχομένου τους έχουν κοινή προέλευση: το γεγονός ότι η παραγωγή πραγματοποιείται χωρίς να υπακούει σε κάποιον σχεδιασμό, αφημένη, σχεδόν πάντα, στην απόλυτη τύχη».  
 
Το καταπληκτικό αυτό δοκίμιο του Ορτέγκα υ Γκασσέτ μπορεί να «εκφωνήθηκε ως εναρκτήριος λόγος στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Βιβλιοθηκάριων της International Federation of Library Associations and Institutions (IFLA)» αλλά μην το φοβάστε. Μεταξύ άλλων καταπληκτικών, αποδεικνύει άθελά του ας πούμε, και γιατί το φλύαρο δοκίμιο της Ιρένε Βαγιέχο είναι όντως τόσο φλύαρο και κακοεπεξεργασμένο, όταν μέσα σε λίγες συγκροτημένες σελίδες μπορείς να εκθέσεις υπέροχες και καλοσχηματισμένες σκέψεις για αυτόν τον συναρπαστικό κόσμο που είναι ο λεγόμενος κόσμος του βιβλίου. Η καλή μετάφραση όπως και ο πρόλογος είναι της Δήμητρας Παπαβασιλείου. Η έκδοση με το ωραίο εξώφυλλο είναι από τις εκδόσεις «Μάγμα» που πάντα προσφέρουν βιβλία τα οποία δεν σου επιτρέπουν να πεις, «Τι βλακεία ήταν αυτό που διάβασα τώρα;». Και αυτό είναι μια νίκη. Ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ θα χαμογελούσε. Το ίδιο κάνει και ένας άνεργος βιβλιοθηκονόμος.  
 
«Ιδού η απαρχή του βιβλίου ως γνήσιας ζωντανής λειτουργίας: το γεγονός ότι, εν δυνάμει, λέει εσαεί αυτά που πρέπει να ειπωθούν.»

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

Down in Mexico

   Μπορεί ο Σαίξπηρ της αρχαιότητας – κατά τον Ουγκό – να ήταν ο Αισχύλος, αλλά ο Σαίξπηρ της σύγχρονης εποχής – κατά τον Μουζίλη – είναι ο Ντον Γουίνσλοου. Δεν υπάρχει ο τύπος. Συνεχίζει την παράδοση της λαϊκής λογοτεχνίας που νομίζαμε ότι είχε εκλείψει πια∙ και το κάνει να φαίνεται τόσο εύκολο και μαζί απόλυτα συναρπαστικό.  «Ο patron πρέπει να δίνει το παρών» είπε. «Αλλιώς αρχίζουν να σκέφτονται ότι δεν υπάρχει κανείς πίσω από την κουρτίνα».  «Τι;»  « Ο μάγος του Οζ . Δεν το έχεις δει;»  «Μπα, δεν νομίζω».  «Ένας πανίσχυρος μάγος κυβερνά ένα βασίλειο μόνο με τη φωνή του, πίσω από μια κουρτίνα» είπε ο Νούνιες. «Αλλά όταν τραβάνε την κουρτίνα, ανακαλύπτουν ότι είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος».  Μα είσαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, σκέφτηκε ο Ρικ. Αφήστε τα παζάρια με μέτριους συγγραφείς και διαλέξτε την κουρτίνα ένα. 

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Μπάρτελμι και Σία

  Στις φετινές πανελλήνιες έπεσε θέμα στην έκθεση για την δημιουργικότητα στα σχολεία και μαζί ένα κείμενο του Γιώργου Ιωάννου. Επιτέλους, τα παιδιά πήραν μια μυρωδιά από λογοτεχνική ναφθαλίνη∙ πολύ δημιουργικό. Αν πρέπει να υπάρχει αποκλειστικά κείμενο Έλληνα συγγραφέα, βάλε ένα διήγημα από την «Αναφορά περιπτώσεων» του Αλέξανδρου Σχινά που ξανακυκλοφόρησε πρόσφατα (όπως το εκπληκτικό «Η απόγνωση της μονάδας») και άσε τα παιδιά να υποστούν πολλαπλά κατάγματα της δημιουργικής φαντασίας τους. Τι πας και τους βάζεις Κυριακή στο χωριό ! Στην περίπτωση που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ξενόγλωσσος συγγραφέας ο Ντόναλντ Μπάρτελμι θα ήταν ο ιδανικός. Τουλάχιστον ας κρατήσουμε την κρεμάλα του υπέροχου εξωφύλλου με την οποία στραγγαλίζεται η δημιουργικότητα των παιδιών εδώ και χρόνια. «Ο κόσμος είναι ένας αγριότοπος, λέει, ο πολιτισμός μια τρέλα που καλλιεργούμε σε συμφωνία με τους άλλους. Ο ίδιος, στην ηλικία του, δεν εκπλήσσεται πια με τίποτα, αν και θα το ήθελε» .    

Silencio

Έχουμε δεν έχουμε μπάντα, μικρή σημασία έχει χωρίς τον μαέστρο επί σκηνής. Όσα πούμε και γράψουμε, ακούγονται εξόχως ξεκούρδιστα, αν όχι εντελώς κακόηχα και ενοχλητικά. «Στα Cahiers du Cinema, το 2017, ο Lynch αναφέρει πως “το να σκέφτεσαι τους θεατές όταν δημιουργείς δεν είναι καλό κατά την άποψή μου. Πρέπει να σκέφτεσαι μόνο τι σε φτιάχνει. Αν μια ιδέα σού έρθει και δεν σε εξιτάρει, δεν τη χρησιμοποιείς. Αν είναι μια ιδέα που σε κάνει να ανατριχιάσεις, τότε προσπαθείς να την αποδώσεις όσο ακριβέστερα γίνεται . Ο κόσμος αλλάζει τόσο γρήγορα αυτές τις μέρες – αν σκέφτεσαι το κοινό του 2012, αυτό που θα κάνεις δεν θα έχει καμία αξία το 2017, απλούστατα γιατί θα είναι ένας διαφορετικός κόσμος. Πρέπει να κάνεις χαρούμενο τον εαυτό σου και να ελπίζεις για το καλύτερο”» . Ας υψώσουμε λοιπόν ευγνώμονες τα χέρια προς εκείνον, και επειδή κάποιοι τα έχουμε τα χρονάκια μας, δεν αποκλείεται όντως να τα ξαναπούμε σε 25 χρόνια!

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε! 

Άκυρο

  Cancel culture or cancel future? Ιδού η νέα σαιξπηρική απορία. Η αλήθεια είναι ότι αυτά τα δύο μοιάζουν κάπως αλληλοεπικαλυπτόμενα και αλληλοαναιρούμενα την ίδια στιγμή. Χωρίς κουλτούρα δεν φαίνεται να έχει μέλλον ο άνθρωπος, καθώς και αν έχει μέλλον (με την έννοια της βίωσης και όχι μόνο της επιβίωσης) θα έχει αναπόφευκτα και κουλτούρα. Ταυτόχρονα όμως, και η ίδια η κουλτούρα πλέον δεν βιώνει σχεδόν ποτέ το μέλλον της . «Το μόνο μέλλον που μπορεί να προσφέρει με σιγουριά το κεφάλαιο είναι τεχνολογικό – μετράμε τον ιστορικό χρόνο όχι με βάση τις πολιτισμικές μεταβολές, αλλά με βάση τις τεχνολογικές αναβαθμίσεις, και βλέπουμε τα ίδια παλιά πράγματα σε οθόνες υψηλότερης ανάλυσης» . Ο Μαρκ Φίσερ που τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε μέσα από « Το αλλόκοτο και το απόκοσμο » μας προσφέρει εδώ κάποια δοκίμια εξαιρετικά δυνατά και απίστευτα κοντά και εμμέσως μας λέει να ξεχάσουμε ό,τι ξέραμε μέχρι τώρα, γιατί υπάρχει τίποτα πιο αλλόκοτο και απόκοσμο από τον καπιταλιστικό ρεαλισμό; Ας είμ...

Για τα σκουπίδια

  « Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, σε θάλασσες και ακτές! » έλεγε κάποτε ο καλός ο Γλάρος φορώντας στον λαιμό μια πλαστική σφυρίχτρα που πιθανότατα θα κατέληξε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για να ζήσει ήσυχα τα υπόλοιπα 1200 χρόνια της. Μην φάτε, έχουμε γλάρο ! Για τα δικά μας προσωπικά σκουπίδια συνήθως έχουμε μνήμη χρυσόψαρου, μας απασχολούν το πολύ 3 δευτερόλεπτα. «Η κατάσταση ήταν τόσο τραγελαφική, που ένας δημοσιογράφος δήλωσε το πεθαμένο χρυσόψαρό του ως επαγγελματία μεσίτη αποβλήτων, για να δει τι θα συμβεί. Εντός 4 λεπτών, ο Άλτζερνον το Χρυσόψαρο είχε λάβει, κανονικά και με τον νόμο, άδεια να μεταφέρει βρετανικά σκουπίδια» . Για όλα τα υπόλοιπα παγκόσμια σκουπίδια προτιμούμε να κάνουμε την πάπια!

Ένα μήλο την ημέρα

Εν αρχή ην ο λόγος του επιχειρηματία-δημιουργού∙ τι φρούτο κι αυτό! Επιχειρηματίας γεννιέσαι ή γίνεσαι; Στην Ελλάδα, σίγουρα γεννιέσαι, το ξέρουν όλοι αυτό – μέχρι να πεθάνεις στην ψάθα (με ελάχιστη κατανάλωση 50 ευρώ… με συγχωρείτε, παρασύρθηκα σε λάθος συμπεράσματα). Ζήσε τον μύθο (του επιχειρηματία) στην Ελλάδα! «Ο αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας είναι ένα μιντιακό προϊόν, ένα πολιτιστικό εμπόρευμα διαμορφωμένο συλλογικά, από μια πλειάδα δρώντων που όλοι τους επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των ιδιαίτερων συμφερόντων τους» . Περισσότερο από μια ιδέα, όπως θα λέγαμε χαριτολογώντας, ο επιχειρηματίας που αναλύεται σε αυτό το δοκίμιο, είναι μια εικόνα, που την προσκυνούν οι πιστοί της χωρίς πολλές αντιρρήσεις – αν κάποιες φορές μάλιστα δακρύζει τεχνηέντως, τότε ακόμα πιο έντονο το αίσθημα εσωτερικής εγγύτητας (και εξωτερικής χρηματοδότησης). «Όπως και κάθε άλλη εταιρεία, η Apple δεν συνιστά εκ του μηδενός δημιουργία» . Κενοτομίες !   

Lord of the Rings

Με την τιμή στο ασήμι να έχει εκτοξευθεί αυτή την περίοδο, τα μόνα rings που μπορεί να αντέξει το πορτοφόλι κάποιου – αλλά δεν ξέρω αν θα αντέξει και το στομάχι του – είναι από τηγανισμένο κρεμμύδι. Αν πάλι αναζητάτε κάτι πιο εκλεπτυσμένο τότε, αν και εφόσον είστε διατεθειμένοι να υποβάλετε τον εαυτό σας σε μια ομηρικών παρεκβάσεων αναγνωστική περιπέτεια, ίσως συναντήσετε την κυκλική σύνθεση που δεν ξέρατε ότι θα μπορούσε να σας ολοκληρώσει. «Γι’ αυτό και η παρέκβαση δεν είναι ποτέ περισπασμός. Οι στροφές και οι περιπλοκές της παρέκβασης έχουν έναν ενιαίο σκοπό, ο οποίος είναι να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε τη μία πλήρη πράξη που αποτελεί το θέμα του έργου στο οποίο εντάσσονται» . Πώς γυρνάνε οι κύκλοι; Να, έτσι!    

Άτιμη κοινωνία! Άλλους τους κατεβάζεις και άλλους τους ανεβάζεις στα τάρταρα!

Πριν δέκα μέρες μπήκε ο νέος χρόνος και όσοι δεν έχετε διαβάσει ποτέ σας Μέλβιλ, νομίζω ότι ήρθε ο καιρός να τον βάλετε στο πρόγραμμα. Πώς θα σας φαινόταν όμως αν υπήρχε ένα Ημερολόγιο Μέλβιλ όπου θα μπορούσατε να σημειώνετε στην κάθε ξεχωριστή μέρα, την υπενθύμιση «Να διαβάσω Μέλβιλ!», σαν ενοχλητική επίπληξη στον τεμπέλη εαυτό σας; Εγώ, προσωπικά, το βρίσκω τέλειο! Την ιδέα για την υλοποίηση αυτού του ημερολογίου έκανε πράξη ο Σ.Μ.Ε.Δ. (Σύλλογος Μεταφραστών-Επιμελητών-Διορθωτών) και εντελώς αναπάντεχα έκανε και ποδαρικό στην νέα αναγνωστική μου χρονιά. Ημερολόγιο Μέλβιλ όμως χωρίς λογοτεχνία δεν παίζει, κι έτσι, μέρος αυτής της έκδοσης είναι και ένα υπέροχο διήγημα που πρωτοδημοσιεύτηκε στο Harper’s Magazine τον Απρίλιο του 1855 και μεταφράζεται (νομίζω) πρώτη φορά στα ελληνικά. Γι’ αυτό σας λέω, αν καταφέρετε να βρείτε το ημερολόγιο, αναγκαστικά θα διαβάσετε Μέλβιλ και θα σας μείνει και το ημερολόγιο άθικτο αφού δεν θα χρειαστεί να επιπλήττετε εκεί μέσα τους εαυτούς σας!