Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Κριτική της κριτικής δύναμης


Τι κάνει μια κριτική καλή; Πολλά. Τι μπορεί να την καταστρέψει; Ένα και μοναδικό στοιχείο: η ακατανοησία της. Γιατί αν δεν καταλαβαίνεις τι λέει δεν πρόκειται να εκτιμήσεις κανένα από τα όποια θετικά της στοιχεία. Η κριτική πρέπει να είναι κατανοητή – να μπορεί να την καταλάβει και ο πλέον ηλίθιος αναγνώστης. Οι κριτικές γράφονται για τους αναγνώστες, για όλους τους αναγνώστες. Για εκείνον που διαβάζει 3 βιβλία τον χρόνο και μέσα από μια κατανοητή κριτική ενδεχομένως να αποφασίσει να προσθέσει άλλα δύο στην ετήσια κατανάλωσή του και για εκείνον που διαβάζει 100 και αφήνεται σαν ανυπεράσπιστο έντομο να εγκλωβιστεί στο αραχνούφαντο πλέγμα των δεκάδων διακειμενικών αναφορών. Το αν έχει κάτι να μας πει η κριτική είναι δευτερεύον ζήτημα. Το κύριο ζητούμενο είναι να μας πει κάτι κατανοητό – ουσιώδες ή ανούσιο.

Οι κριτικές του Ντάνιελ Μέντελσον είναι κατανοητές, αναθεματισμένα κατανοητές, για την ακρίβεια! Η πιο δύσκολη λέξη που χρησιμοποιεί στο σχεδόν 600 σελίδων βιβλίο του, δε θα δυσκόλευε ούτε ένα παιδάκι της Α' γυμνασίου! Ένα άλλο στοιχείο που ξεχωρίζει αμέσως στις κριτικές του είναι το χιούμορ. Κάνε τους αναγνώστες να γελάσουν και να ξεχαστούν, δεν διαβάζουν την κριτική για να πάνε να γράψουν εξεταστική στο πανεπιστήμιο. Ανόητοι βερμπαλισμοί (να μια λέξη που υπονομεύει κάθε κριτική, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου!) δεν έχουν θέση στις κριτικές του Μέντελσον. Και ο άνθρωπος γράφει στο New York Review of Books και New Yorker! Οι δικοί μας γράφουν σε χαμηλότατης εμβέλειας εφημερίδες και νομίζουν ότι απευθύνονται στην Σουηδική Ακαδημία! Εντάξει λοιπόν, κατανοητές και με χιούμορ. Ουσία;

Πρωτάκουσα το όνομα του Ντάνιελ Μέντελσον σε συνάφεια με εκείνο του Κωνσταντίνου Καβάφη. Ο Μέντελσον είναι γνωστός μελετητής του Καβάφη και (νομίζω) μεταφραστής της ποίησής του. Ωστόσο, στον συγκεκριμένο τόμο δεν περιορίζεται στον Αλεξανδρινό ποιητή αλλά ασχολείται ενδελεχώς με την ελληνικότητα (και του Καβάφη αλλά και γενικότερα). Συγκεντρώνει κριτικές που είτε άμεσα είτε έμμεσα αφορούν τους Έλληνες αναγνώστες και τις χωρίζει σε 4 μεγάλες γενικές κατηγορίες: Τα κλασικά, Τραγικές ηρωίδες (και άλλοι), Κάποιοι σύγχρονοι, «Ελληνίζοντες». Ο συγγραφέας, όπως σποραδικά επαναλαμβάνει και ο ίδιος, είναι ένας κλασικός φιλόλογος με ειδίκευση ή/και προτίμηση στην αρχαία ελληνική γραμματεία. Μόλις όμως διαβάσετε τις πρώτες λέξεις μιας οποιασδήποτε κριτικής του, αμέσως θα διαλύσετε την προκατάληψη που ίσως σας συνοδεύει, κάθε φορά που διαβάζετε την φράση «κλασικός φιλόλογος». Ο Μέντελσον γράφει με μία εντυπωσιακή πρωτοτυπία σκέψης και με μια διανοητική ευκινησία που δεν συναντούμε συχνά στους (κατά μιαν ανόητη φήμη, “δύσκαμπτους”) φιλολόγους.

Διάβασα τις κριτικές του ανάκατα, γιατί επιδίωκα μια ελευθερία θεματική. Το ίδιο θα πρότεινα και σε σας, αν ωστόσο προτιμάτε γραμμική ανάγνωση, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, στα Κλασικά, θα συναντήσετε κείμενα το θέμα των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις αρχαίες τραγωδίες και δράματα. Εδώ ο συγγραφέας αποδομεί με εξαιρετικό χιούμορ, τρεις (ήδη αποδομημένες από μόνες τους!) Χολυγουντιανές υπερπαραγωγές που δεν μπόρεσαν να συλλάβουν την έννοια της αρχαίας τραγωδίας και απλώς έμειναν κούφια σκηνικά: Τροία, Αλέξανδρος, 300. Στο ίδιο μοτίβο κινούνται και κάποιες θεατρικές και μουσικές παραστάσεις. Το πρώτο μέρος κλείνει με δύο κείμενα για την «κατάρα» των Κένεντυ και την σύνδεση που έχει με τα ελληνικά δράματα καθώς και με μια σύγχρονη εκδοχή της σοφόκλειας Αντιγόνης με το άταφο σώμα του Πολυνείκη να ενσαρκώνεται εδώ από το χιλιοτρυπημένο σώμα του Τάμερλαν Τσαρνάεφ, του τρομοκράτη που αιματοκύλησε τον μαραθώνιο της Βοστόνης το 2013. 

Στο δεύτερο μέρος, οι Τραγικές ηρωίδες του Μέντελσον ξεπηδούν μέσα από τις παραστάσεις του Μπροντγούεη (ως “θύματα” αυτών των παραστάσεων!), από τις Ώρες του Μάικλ Κάνιγχαμ (και της κινηματογραφικής εκδοχής), τις ηρωικές γυναίκες στην ταινία του Πέδρο Αλμοδόβαρ και τις διασκευές των αρχαίων δραμάτων του ώριμου Τεντ Χιουζ. Οι (και άλλοι)... είναι οι πρωταγωνιστές της ταινίας Το μυστικό του Μπρόκμπακ Μάουνταιν (και του ομώνυμου βιβλίου της Άννι Πρου) για την οποία ταινία ο συγγραφέας επιφυλάσσει μια διεισδυτικότατη και θετικότατη κριτική.
[...] Το πραγματικό επιτεύγμα του Μπρόκμπακ Μάουνταιν δεν είναι ότι λέει μια οικουμενική ερωτική ιστορία που τυχαίνει να έχει γκέι χαρακτήρες, αλλά ότι λέει μια ξεκάθαρα γκέι ιστορία που τυχαίνει να είναι τόσο καλοειπωμένη ώστε οποιοσδήποτε άνθρωπος με αισθήματα να συγκινείται απ' αυτήν. Αν επιμένετε, όπως πολλοί επιμένουν, ότι δεν πειράζει, βλέποντας την ιστορία του Τζακ και του Έννις, να νιώθεις συμπάθεια διότι δεν πραγματικά ομοφυλόφιλοι – ότι είναι μάλλον τύποι από την «καρδιά της Αμερικής» παρά γκέι –, τότε είναι σαν να τους σπρώχνετε να ξαναμπούν στην ντουλάπα της οποίας τα στενά και αποπνικτικά όρια εξέθεσαν τόσο βασανιστικά όμορφα ο Ανγκ Λι και οι συνεργάτες του.

Κάποιοι σύγχρονοι, είναι φυσικά ο σπουδαίος Καβάφης ο οποίος με την μοντέρνα γραφή μιας «αρχαίας» ποίησης πρωτοτύπησε όσο λίγοι ποιητές κατάφεραν (ο τίτλος της κριτικής, “Η καλή ποίηση στα καλύτερά της”, μας προετοιμάζει για όσα θαυμαστά θα διαβάσουμε). Σύγχρονος έιναι και ο επαναστάτης Άρθουρ Ρεμπό αλλά και ο Φίλιπ Ροθ του οποίου το μετριότατο βιβλίο Καθένας ήταν η προσωπική του συγγραφική ήττα να αντιμετωπίσει τα επερχόμενα γηρατειά και τον θάνατο που θέριζε τους γνωστούς και φίλους του. Μεταξύ αυτών διαβάζουμε και δύο κριτικές για τις γυναίκες του Game of thrones και την “μαγεία” του Avatar


Από «Ελληνίζοντες» έχουμε πρώτον και καλύτερο τον Όσκαρ Ουάιλντ, ο οποίος απέρριψε με θάρρος μια προδιαγεγραμμένη σπουδαία καριέρα στην κλασική φιλολογία για χάρη της φήμης – «Σίγουρα πάντως δεν πρόκειται να γίνω κανένας μαραμένος καθηγητής στην Οξφόρδη. Θα γίνω ποιητής, συγγραφέας, δραματουργός. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα γίνω διάσημος, και, αν όχι διάσημος, τότε διαβόητος». Ελληνίζων είναι και ο διάσημος συγγραφέας Ε.Μ.Φόρστερ που εξέφρασε θυελλωδώς και επίμονα τον μεγάλο “έρωτα” του προς τον Καβάφη, μέσω φλογερών επιστολών που δεν μπόρεσαν ωστόσο να ζεστάνουν την παγερή αδιαφορία του Αλεξανδρινού. Εδώ συναντούμε και τον “ερμαφρόδιτο” Τζέφρυ Ευγενίδη που παρά την πρωτότυπη ιδέα του βιβλίου του Middlesex αποδείχθηκε τραγικά αδύναμος να δώσει διπλή φωνή στο ενδιαφέρον δημιούργημά του καταλήγοντας αποδιοργανωμένος και ανίκανος να δώσει έστω και μία φωνή σε κάποια από τις “δύο φύσεις” που είχε στα χέρια του. Ένα πέρασμα κάνει και ο ταξιδευτής Πάτρικ Λη Φέρμορ. Αυτός ο σπουδαίος τόμος κλείνει με έναν μικρό Αμερικανό, τον ίδιο τον Ντάνιελ Μέντελσον που σκαλίζει τις μακρινές αναμνήσεις του και προσπαθεί να θυμηθεί τι τον έκανε να γίνει ένας κλασικός φιλόλογος. 

Οι κριτικές του Μέντελσον είναι σύγχρονες, πρωτότυπες και διασκεδαστικές. Εμβριθείς (να κι' άλλη κακιά λέξη!) και ουσιαστικές. Όμως ξεχωρίζουν εντυπωσιακά για τον τρόπο που είναι γραμμένες – σαν μικρά αυτόνομα διηγήματα με τις αφηγηματικές εξάρσεις και υφέσεις τους, με πλοκή που συνυφαίνει αρμονικά τα στοιχεία της σύγχρονης ποπ κουλτούρας και του πλούτου της αρχαίας γραμματολογίας, με έναν επίλογο που κάθε φορά συμπυκνώνει εξαντλητικά όλη την ουσία της κριτικής και στην προσφέρει απλόχερα στο πιάτο του μυαλού σου (βλέπε παραπάνω τον επίλογο για την ταινία του Ανγκ Λι).

Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να πετσοκόψω ένα απόσπασμα από το σαγηνευτικό λόγο του Ντάνιελ Μέντελσον αλλά ωστόσο θα το πράξω (δεχόμενος αδιαμαρτύρητα όλη την οργή των θεών!) για να δείτε και εσείς πόσο σύγχρονος και γοητευτικός κριτικός είναι. Επέλεξα ένα κομμάτι από την μικρότερη κριτική της συλλογής και εκείνη που με συγκίνησε περισσότερο – εκείνη με το άταφο σώμα του τρομοκράτη της Βοστόνης.

[...] Ο Κρέοντας, σαν τον υποψήφιο γερουσιαστή από τη Μασσαχουσέττη, ενδιαφέρεται πολύ για την κοινή γνώμη, όπως μαθαίνουμε αργότερα· και είναι ασφαλώς δυνατόν να θεωρήσει κανείς ότι το διάταγμά του βασίζεται σε μια ισχυρή, αν και ιδιότυπη, ηθική. Όταν η λογική του αμφισβητείται ως, στο κάτω κάτω, αντιβαίνουσα στο θρησκευτικό συναίσθημα και καλείται να τιμήσει τον νόμο της πόλης, ο βασιλιάς δηλώνει ότι το έγκλημα του Πολυνείκη κατά της πόλης έχει θέσει τον νεαρό πέραν της ηθικής – ότι, ενώ η ταφή οποιουδήποτε νεκρού αποτελεί θρησκευτική υποχρέωση, είναι αδύνατον να φανταστεί κανείς πως οι θεοί «έχουν στην έγνοια τους αυτόν τον πεθαμένο», ότι μπορεί ποτέ να δούμε θεούς «να τιμούν κακούργους». Καθώς εκστομίζει τα τελευταία του λόγια σε αυτή τη διαμάχη, διαισθάνεται κανείς ότι ο Κρέοντας ενεργεί παρακινούμενος από μια γνήσια, αν και στενόμυαλη, πεποίθηση ότι οι κακοί άνθρωποι δεν αξίζουν ανθρώπινη μεταχείριση: «Δεν μπορεί να τους αξίζει». («Δεν πρέπει να τους αξίζει» όπως είπε ο υποψήφιος γερουσιαστής Μάρκυ αναφορικά με την ταφή που προσέβαλε τις ευαισθησίες των ψηφοφόρων της Μασσαχουσέττης.)



Η εξαιρετική μετάφραση είναι της έμπειρης Μαργαρίτας Ζαχαριάδου. Τα εύσημά μου και στις εκδόσεις Πατάκη που συνεχίζουν ασταμάτητα να βγάζουν θαυμάσια βιβλία. Έχω παρατηρήσει ότι τα τυπογραφικά στοιχεία που χρησιμοποιεί ο Πατάκης – σίγουρα όμως σε αυτή την περίπτωση θα φταίει και η γραφή του Μέντελσον – μου δίνουν την αίσθηση ότι διαβάζω πιο γρήγορα! Καθέ φορά που διαβάζω βιβλία του Πατάκη έχω την ίδια αίσθηση, δεν πρέπει να είναι τυχαίο. Το βιβλίο του Μέντελσον είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά και ευχάριστα βιβλία που θυμάμαι να έχω διαβάσει την τελευταία 2ετία – συμπεριλαμβανομένων και των αμιγώς λογοτεχνικών. Δεν το αφήνεις εύκολα από τα χέρια σου, και αν το αφήσεις, σκέφτεσαι διαρκώς πότε θα το ξαναπιάσεις.

Σχόλια

«A good reader, a major reader, an active and creative reader is a rereader»

En passant

  Το «Αν πασάν» είναι ένας σκακιστικός κανόνας, περιθωριακός και άγνωστος αλλά ιδιαιτέρως αποτελεσματικός και σημαντικός. Στις αρχικές τους κινήσεις, τα πιόνια έχουν το δικαίωμα να κινηθούν ένα ή δύο τετράγωνα μπροστά. Αν επιλέξουν να κινηθούν δύο τετράγωνα μπροστά και ένα αντίπαλο πιόνι βρίσκεται σε τέτοια θέση ώστε να μπορούσε να το αιχμαλωτίσει αν το πιόνι που κινήθηκε δυο τετράγωνα αποφάσιζε να κινηθεί μόνο ένα, τότε, έχει το δικαίωμα να το αιχμαλωτίσει και σε αυτή την περίπτωση που κάνει δύο βήματα. Έχουμε δηλαδή, αν πασάν... αιχμαλωσία εν τη διελεύσει. Είναι δυσνόητο στην περιγραφή αλλά αρκετά ξεκάθαρο στην πράξη. Βέβαια, όταν είσαι αρχάριος σκακιστής και το συναντήσεις πρώτη φορά σε ηλεκτρονική παρτίδα, τότε πείθεσαι ότι κάποιο «bug» έχει η ιστοσελίδα, ότι σε χακάρανε ή ότι άρπαξες όλες τις ιώσεις του κυβερνοχώρου. Τα βιβλία του Ναμπόκοφ, μου προσφέρουν την ισχυρή εντύπωση ότι αποτελούν ένα συνεχές λογοτεχνικό en passant, σε αιχμαλωτίζουν εν τη διελεύσει.

Το Δώρο

Θα μπορούσε ο Στέφανος Ξενάκης να είναι ο Στέφανος Δαίδαλος του σήμερα; Ή να το αλλάξω κάπως για να ’χουμε καλό ρώτημα: θα μπορούσε ο Τζέημς Τζόυς (μαζί και οι όποιες καλλιτεχνικές μεταμορφώσεις του) να γίνει ένας motivational speaker της σημερινής εποχής; Κανείς πλέον (αν υποθέσουμε ότι μπορούσε κάποτε) δεν διαβάζει τον «Οδυσσέα». Δεν μπορεί να αντέξει ότι αυτό το βιβλίο τον περιγράφει, ακόμα και σήμερα ή και περισσότερο σήμερα, τόσο καλά παρά την μοναδικότητα του κάθε ανθρώπου. Του αφιερώνει μία μέρα τον χρόνο, την σημερινή (παρόλο που άλλαξε η μέρα, το blogger έμεινε σταθερά πίσω!), και μετά τον στέλνει αδιάβαστο. Αν κάποιος όμως του σερβίρει για πρωινό όμορφες φράσεις με γαρνιτ ούρα υπέροχα σκίτσα, τότε μπορεί να νιώσει στιγμιαία χαρά και να βελάζει σαν ανέφελο πρόβατο στα λιβάδια του χρόνου. 

Αποδοχή cookies

«Ευτυχώς, αν θέλει κάποιος να βρει μεστές απόψεις για καλά βιβλία, υπάρχουν ήδη πολύ αξιόλογα βιβλιοφιλικά μπλογκ, όπως το κορυφαίο, του Librofilo ή το αγαπημένο του, του Μαραμπού» . Να ξέρετε ότι όταν μου δίνουν γλυκό, έστω και σε μορφή βιβλίου, το αποδέχομαι αμέσως. Επίσης, να ξέρετε ότι ενίοτε μπορεί να γράφω για βιβλία που δεν έχω διαβάσει, όλοι το κάνουμε αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα, αλλά ποτέ δεν γράφω για βιβλίο που δεν μου άρεσε προφασιζόμενος το αντίστροφο∙ όλοι το κάνετε και αυτό, απλώς οι περισσότεροι εντελώς αποτυχημένα. Το βιβλίο είναι δώρο της συγγραφέα, καλής διαδικτυακής φίλης, και η άποψή μου για αυτό ολότελα υποκειμενική – ξέρω, απανωτά σοκ! – και ουδεμία σχέση έχει με την αντικειμενική κριτική που από καιρό θα έπρεπε να γίνει αντικείμενο κριτικής, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Από το να μασήσω τα λόγια μου, θα προτιμήσω τα μπισκότα. «Όχι πως δεν ήταν επηρεασμένος και από το ιστολόγιο «Πιπέρι και σπασμένες γραμμές» με τις λαχταριστές αναρτήσεις σχετικά ...

Kinds of kindness

Τα περισσότερα μαγαζιά έχουν ήδη στολίσει με ελλειμματικό γούστο, οι κουραμπιέδες άρχισαν να ανταγωνίζονται τα μελομακάρονα – και τα δυο μαζί την Dubai chocolate –, η Black Friday με τις ασυναγώνιστες τιμές της θα κοντράρει στα ίσα την αληθινή ύπαρξη του ΑΙ Βασίλη, ο καιρός προσπαθεί να τα βρει με τον απορυθμισμένο θερμοστάτη του και γενικά είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα είμαστε. Και μέσα σε όλα αυτά, οι δημοσιογράφοι, οι αθλητές, η εκκλησία, τα ιδρύματα, οι πολιτικοί (που είναι για τα ιδρύματα) θα δείξουν το καλοσυνάτο πρόσωπό τους στους ταλαίπωρους ετούτου του κόσμου. Και μην ξεχνάμε, ότι κυρίως τα Χριστούγεννα είναι για τα παιδιά – και για όλα εκείνα που γιόρταζε η πρόσφατη «Παγκόσμια Ημέρα κατά της Κακοποίησης των παιδιών». «Πάντοτε, τα Χριστούγεννα έβγαζαν στους ανθρώπους τον καλύτερο αλλά και τον χειρότερο εαυτό τους».    

Ασκήσεις μνήμης

  Τις ασκήσεις ύφους τις κατέκτησε σε βαθμό που λίγοι συγγραφείς φτάνουν , με τις ασκήσεις μνήμης όμως κανείς άνθρωπος δεν τα βγάζει εύκολα πέρα. Όλοι μας γράφουμε autofiction από 8 χρονών – Περιγράψτε μας τα πιο ωραία σας Χριστούγεννα – τα νεύρα μου! Το autofiction πλέον μοιάζει να είναι ένας ευφημισμός για να αποδεχόμαστε κάποιες συγγραφικές μετριότητες ως κάτι παραπάνω από αυτό που είναι. Είναι προσβολή να θεωρείς ότι ο Τζόυς ή ο Σελίν (που επιτέλους σε λίγες μέρες θα εκδοθεί το «Θάνατος επί πιστώσει»∙ Γκάλοπ: ποιο άργησε περισσότερο; Το Μετρό Θεσσαλονίκης ή το βιβλίο του Σελίν;) έγραψαν autofiction. Το ίδιο ισχύει και για τον Καλβίνο στη συγκεκριμένη συλλογή. Δεν θα ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε! «Μόνο πετώντας πράγματα μπορώ να βεβαιωθώ πως ακόμα δεν έχει πεταχτεί κάτι από μένα, κάτι που ίσως να μην είναι ούτε και θα είναι για πέταμα» .  

Βαρύ περιστατικό

Συγγραφείς με χιούμορ δεν χαίρουν ιδιαίτερης εκτίμησης, θεωρώ, από το αναγνωστικό κοινό. Ποιος ξέρει πόσα ελαττώματα πασχίζει να κρύψει πίσω από αυτό, θα σκέφτονται, και δεν μπορεί, κάποιο ελάττωμα θα έχει να κάνει σίγουρα και με την συγγραφή. Επίσης το χιούμορ αξιώνει ευφυΐα και το κοινό δεν θέλει να περνιέται για ηλίθιο. Ο Άμπροουζ Μπιρς με τις διάσημες σατιρικές ιστορίες του και τα σκωπτικά λήμματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας τέτοιος∙ καλός για να χαμογελάμε πού και πού, μας κάνει ενίοτε και τον έξυπνο, αλλά δεν πειράζει, καλή καρδιά. Ίσως να ήταν έτσι – αν και δεν συμμερίζομαι καθόλου αυτή την άποψη – αν δεν έγραφε τα διηγήματα από τις εμπειρίες του στον Αμερικανικό Εμφύλιο. Σκλάβος του για πάντα!    

The Elephant Man

Υπάρχει ένας ελέφαντας στο δωμάτιο – όχι ρε, δεν εννοώ εσάς, φάτε ελεύθερα όσο θέλετε! – και αυτός δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον άνθρωπο. Οξύμωρο, καταλαβαίνω, αλλά στο περίκλειστο δωμάτιο που είναι ο κόσμος ολάκερος, αν θες να παραμένεις ανθρώπινος πρέπει να έχεις καρφωμένα τα μάτια σου στον ελέφαντα. «–Είναι επειδή, με τον τρόπο που ο κερατάς σου παρουσιάζει τα πράγματα, παραέδινε την εντύπωση ότι έφτυνε κατάμουτρα το είδος για το οποίο πέθανε ο Κύριός μας. Δεν είχες την αίσθηση ότι υπέγραφες υπέρ των ελεφάντων αλλά εναντίον των ανθρώπων» . Διαβάζω το βιβλίο του Ρομαίν Γκαρύ περίπου από τον Ιούλιο, κυρίως επειδή τα μεγάλα βιβλία τα διαβάζω τραπεζίως , δηλαδή ανάμεσα σε άλλα μικρότερα αναγνωστικά γεύματα (και τις τελευταίες μέρες και κυριολεκτικά)∙ αλλά αυτό δεν με ενοχλεί καθόλου γιατί υπήρξε ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τα πολλά τελευταία χρόνια, και αν δεν ανανέωσε την πίστη μου στον άνθρωπο, τουλάχιστον ανανέωσε εκείνη στο μυθιστόρημα: «ο καθείς και οι ελέφαντές του, ...

100% cotton

Μπορεί τον τελευταίο χρόνο να δουλεύω στον τριτογενή τομέα παραγωγής και συγκεκριμένα σε στεγνοκαθαριστήριο – φροντίζοντας να μην τα κάνω μούσκεμα με τα ρούχα… ενώ τα κάνω μούσκεμα! – και να χαζεύω στα ταμπελάκια τι ποσοστό επί τοις εκατό βαμβάκι περιέχουν – πολυεστέρα, κερδάμε! – αλλά υπήρξαν σκληρές εποχές που δεν βελτιώθηκαν και ιδιαίτερα για πολλούς ανθρώπους, που για 100% βαμβάκι πληρωνόσουν ένα υποπολλαπλάσιό του και θα έπρεπε να λες και ευχαριστώ από πάνω. «Η αχαριστία αποτελεί συστατικό στοιχείο του χαρακτήρα των ανθρώπων σε τέτοιο βαθμό, που είναι προτιμότερο να τη θεωρεί κανείς προκαταβολικά δεδομένη και να μη στενοχωριέται» . Εδώ το ίδιο σου το πλυντήριο δεν είναι αξιόπιστο (στους χρόνους) και δεν λέει την αλήθεια, γιατί περιμένεις να το κάνουν οι άνθρωποι;

Το κτίσμα

  Τώρα που έφτασε αισίως 46 Αυγούστου και χειμώνιασε για τα καλά, ποιος δε θα ήθελε να διαβάσει μία καλή ιστορία δίπλα στο τζάκι! Τι γίνεται όμως αν το τζάκι, και συγκεκριμένα η καμινάδα, είναι το θέμα της ίδιας της ιστορίας; Μην σας παγώνει αυτό, γιατί την ιστορία την έγραψε ο Χέρμαν Μέλβιλ και τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά όταν συμβαίνει αυτό. Η λογοτεχνία του είναι πάντα πρόσφορη σε αναλύσεις που θεωρητικά θα βελτίωναν την κατανόηση που κρύβεται βαθιά στα θεμέλια κάθε έργου του, αλλά ταυτόχρονα ίσως θα κατέστρεφε τα οφέλη που υπάρχουν στα υψηλότερα διανοητικά πατώματα, απόρροια της μαγευτικής του αρχιτεκτονικής γραφής – «Ή, μάλλον, αυτή η ίδια δίνει απαντήσεις ασταμάτητα, ασταμάτητα ταλανίζοντάς με μ’ αυτή την τρομερή της ζέση για βελτίωση, η οποία δεν είναι παρά μια ελαφρότερη απόδοση της λέξης καταστροφή».

Σαν ναυαγοί, σαν ροβινσώνες

Ο βιασμός ενός βιβλίου και ενός συγγραφέα γίνεται με τις διασκευές . Συγγραφείς μεγάλου βεληνεκούς και εξαιρετικού κύρους όπως ο Ντάνιελ Ντιφόου, ο Ρόμπερτ Στήβενσον, ο Ιούλιος Βερν και ο Τζόναθαν Σουίφτ (με την ευκαιρία, να ξαναπώ ότι «Τα ταξίδια του Γκιούλιβερ» είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία. Δεν είναι απλώς ένα από τα καλύτερα βιβλία του είδους· ή του 18ου αιώνα· ή της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας. Πέρα από κάθε είδους περιορισμό, τροπικό, χρονικό ή χωρικό, το βιβλίο του Σουίφτ είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί επί γης) αντιμετωπίζονται από το αναγνωστικό συγγραφικό φαντασιακό σαν μικρομέγαλοι συγγγραφίσκοι που είχαν κόλλημα με την παιδική ηλικία και ανακλύκλωναν απλοϊκές ιστορίες που δεν πρέπει να διαβάζονται μετά τα δώδεκα – λες και το να είσαι παιδί είναι ιδιότητα μόνο ενός παιδιού. Κούνια που σας κούναγε!