Φιλαράκι, μήπως έχεις ένα ευρώ;

 
Πολλές φορές έχουμε ακούσει αυτή την φράση και μερικοί από μας την έχουμε κιόλας παρωδήσει, παραβλέποντας εκουσίως το γεγονός ότι εκείνοι που την προφέρουν είναι ασθενείς βαρύτατης μορφής και το τελευταίο που θα περίμεναν από εμάς είναι η χλεύη και η απαξία μας. Όλα αυτά τα εκατομμύρια των ασθενών όμως, είναι η μικρή άκρη του παγόβουνου, σχεδόν όσο η λεπτή άκρη μιας βελόνας, μπροστά στον επιβλητικό και αιματοβαμμένο όγκο που υπάρχει από κάτω. Και γύρω από αυτό το παγόβουνο πλέουν με ασφάλεια χιλιάδες Τιτανικοί, ως σύμβολα καπιταλιστικής εξουσίας, που περισσότερο προστατεύονται από το παγόβουνο παρά κινδυνεύουν. Εκείνες που σίγουρα κινδυνεύουν να συγκρουστούν μαζί του, είναι οι σωστικές λέμβοι, γιατί στον κόσμο των ναρκωτικών δεν μπορεί, συνήθως, να σωθεί τίποτε. Οι πάγοι του ποτέ δεν λιώνουν.

Ο πρόλογος θα μπορούσε να τιτλοφορηθεί αλεξικέραυνο

 
Θα χαλάσει ο καιρός, τα μάθατε; Μας προειδοποίησε η ΕΜΥ – καλοσύνη της! Η συζήτηση για τον καιρό αποτελεί διαχρονικά το θέμα-βαρόμετρο, την ένδειξη εκείνη που μας προετοιμάζει για την πλήξη που πρόκειται να μας κεραυνοβολήσει. Σας προειδοποιώ και εγώ – καλοσύνη μου! Μέσα σε αυτές τις μαγιάτικες καταιγίδες λοιπόν, ένας πωλητής αλεξικέραυνων θα έκανε χρυσές δουλειές. Ή μάλλον, στην εποχή του Μέλβιλ θα έκανε χρυσές δουλειές, εμείς περισσότερο χρειαζόμαστε έναν πωλητή ρούτερ. Τέλος πάντων, συνεχίζω. Να εύχεστε μόνο να πέσει το ίντερνετ για να μην ανέβει η ανάρτηση.

Πιάσε με, αν μπορείς


Ας περάσουμε, με συνδετικό κρίκο τον μεταφραστή, στην ιρλανδική μοντερνίλα που τόσο πολύ αγαπάμε. Τι αλήτες αυτοί οι Ιρλανδοί συγγραφείς όμως, έτσι; Συνεχώς βγάζουν την γλώσσα τους... της αλλάζουν τον αδόξαστο και την ξαναχώνουν στα βιβλία τους! Με ειρωνεία και χιούμορ, πάντα. Και μετά εσύ κοπιάζεις να τα διαβάσεις και να τα κατανοήσεις, έχοντας την δική σου γλώσσα κρεμασμένη στο πλάι του στόματός σου. Και όλα αυτά γιατί ο μοναδικός και αληθινός Θεός της Λογοτεχνίας, κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης παρουσίας του, υπήρξε ένας μισότυφλος Ιρλανδός. Ε, αφού βγάλαμε τις γλώσσες μας, ας γλείψουμε και λίγο, σιγά!

Ζακέτα να πάρεις

 
Δεν είχα ξαναδιαβάσει Έμιλυ Μπροντέ. Ε και; Κι όμως μια ανεμοδαρμένη τύψη με τυραννούσε τόσο καιρό και στο τέλος λέω, θα πάω και ας μου βγει και σε κακό. Τι κακό ήταν αυτό που με βρήκε ρε παιδιά; Τα λογοτεχνικά αριστουργήματα δεν θα πάψουν ποτέ να λυσσομανούν γύρω μας και να μας τιμούν με την ζεστή παρουσία τους κατερχόμενα από τα πιο δυσθεώρητα λεκτικά ύψη. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, και μάλιστα είναι ενδεικτικό της πνευματικής μας κατάντιας, που για χρόνια αυτό το κομψοτέχνημα πέρασε στην Ελλάδα σαν φθηνό ρομάντζο, υποβιβάζοντας με αυτόν τον χυδαίο τρόπο την ασύλληπτη μεγαλοφυία της συγγραφέως (ίσως επειδή ήταν γυναίκα;) και καταλήγοντας να γίνει σαχλό τραγουδάκι στα χείλη της Καιτούλας (Κάθριν!) της Γαρμπή(ς). Τι να λέμε... τα'χω πάρει!