Το fresco μούχλιασε


Είναι γεγονός πια. Φαίνεται πως πάντοτε υπήρξα πολύ κακός για να μπορέσω να μπω σε μια Σχολή Καλών Τεχνών. Σε αντίθεση με την λογοτεχνία που ναι μεν την αγαπάω πολύ αλλά όχι τόσο ώστε, κάποια μέρα, να μην θελήσω να την κακοποιήσω, η ζωγραφική στάθηκε πιο άτεγκτη απέναντι στις ορέξεις μου. Δεν μου επέτρεψε ποτέ να απλώσω χέρι πάνω της! Η μόνη πιθανότητα να ζωγραφίσω κάτι αξιόλογο είναι αν αφήσω άθελά μου ένα φλιτζάνι καφέ ή ένα βαζάκι μαρμελάδα να πέσει στο πάτωμα. Κάτι ανάλογο βέβαια, κάνουν και διάφοροι σύγχρονοι ζωγράφοι με τη μόνη διαφορά ότι ύστερα από τη «ζημιά» δηλώνουν σαν αμετανόητα κακομαθημένα παιδιά, ότι αυτό ακριβώς ήθελαν να κάνουν.

Does nobody understand?

 
Αυτές, λέγεται ότι, ήταν οι τελευταίες λέξεις του Τζέημς Τζόυς και αφορούσαν το τελευταίο του λογοτεχνικό βιβλίο, η Αγρύπνια των Φίννεγκαν. Πολλοί κακεντρεχείς πιστεύουν ακόμα ότι είχαν ως μοναδικό αποδέκτη τον ίδιο του τον εαυτό! Καταλάβαινε ο Τζόυς τι έγραφε; Προς απογοήτευση εκατομμυρίων αναγνωστών, πιστεύω ότι καταλάβαινε μια χαρά τι έγραφε, και προς αγαλλίαση άλλων τόσων, υπήρξαν οι μεταφραστές και οι μελετητές εκείνοι, που κατάφεραν να ρίξουν λίγο φως σε αυτό το ονειρικό έρεβος.

Τα μυστικά θα τα πάρω στον τάφο μου


Πόσο αναθεματισμένα πρωτότυπο πρέπει να είναι αυτό το βιβλίο! Αυτό σκέφτηκα όταν πρωτοδιάβασα για την Ανθολογία του Σπουν Ρίβερ και όπως συμβαίνει πάντα, η πραγματικότητα ξεπέρασε κατά πολύ τη φαντασία μου – ή για να ακριβολογώ, η φαντασία του ξεπέρασε τη φαντασία μου. Πάμε μια βόλτα στο νεκροταφείο; Είσαι τρελός, οι νεκροί με τους νεκρούς και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Καλά, ό,τι πεις!